provomastores.gr

Γενικές πληροφορίες για τη Γραμμένη Οξυά

ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΟΞΥΑ

Πρόκειται για έναν εκτεταμένο ορεινό όγκο στα σύνορα των νομών Αιτωλοακαρνανίας, Φθιώτιδας και Ευρυτανίας, ο οποίος περιβάλλεται από τους «γίγαντες» Βαρδούσια και Γκιώνα στα νοτιοανατολικά, Βελούχι (Τυμφρηστό) στα βόρεια και Καλιακούδα στα δυτικά.
Το βουνό πήρε το όνομά του από το δέντρο Οξυά που φύεται εκεί.

Μάλιστα το δάσος με οξυές που φιλοξενείται στις πλαγιές του αποτελεί το νοτιότερο δάσος οξυάς στην Ευρώπη.

 

Η ψηλότερη κορυφή του, η Σαράνταινα, έχει υψόμετρο 1923 μ. Είναι εκτεθειμένη στα βόρεια ρεύματα που κατεβαίνουν από το Βελούχι και θεωρείται από τα πιο κρύα μέρη στην Ελλάδα. Ο παγωμένος αέρας δε σταματάει ποτέ να φυσάει και η πυκνή ομίχλη είναι ο πιο συνηθισμένος επισκέπτης της.
Λέγεται πως το όνομά της το πήρε όταν στις παγωμένες πλαγιές της σαράντα άτομα που γύριζαν από ένα γάμο πέθαναν από το κρύο.
Σε υψόμετρο 1740 μ. βρίσκεται το ορειβατικό καταφύγιο της Οξυάς. Το καταφύγιο Λ. Ευταξίας, είναι δυναμικότητας 40 ατόμων, έχει οργανωμένη κουζίνα και εσωτερικές τουαλέτες.
Για να επισκεφτείτε τη Γραμμένη Οξυά θα πρέπει να φτάσετε μέχρι το χωριό Γαρδίκι Ομιλαίων. Ακολουθώντας το δρόμο Λαμίας – Καρπενησίου και αφού περάσετε τη Μακρακώμη, θα κατευθυνθείτε προς Γαρδίκι από έναν δρόμο γεμάτο στροφές. Εναλλακτικά μπορείτε να ανεβείτε από Ναύπακτο έως το χωριό Γραμμένη Οξυά.
Η δημοφιλέστερη αφετηρία για το καταφύγιο είναι το Γαρδίκι. Από εδώ ξεκινά δασικός δρόμος χωρίς ιδιαίτερες κλίσεις αλλά με μεγάλο μήκος. 17 χιλιόμετρα θα πρέπει να περπατήσετε για να φτάσετε στο ορειβατικό καταφύγιο, το οποίο είναι χτισμένο στο διάσελο Γαρδικίου – Γραμμένης Οξυάς, στη θέση Καρβουνόλακκα.

 

ΟΞΥΑ ΚΑΙ ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑ
Ιστορία-θρύλοι-παραδόσεις

(Εισήγηση του Βασιλείου Κανέλλου στο 2ο Συνέδριο Φθιωτικής Ιστορίας στο Κάστρο Λαμίας, στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου 2003)

Στα νοτιοδυτικά όρια του νομού Φθιώτιδας,ανάμεσα στο Βελούχι και στα Βαρδούσια, υψώνεται επιβλητικά η Οξυά. Βουνό με σπουδαία φυτογεωγραφική σημασία και με υψόμετρο που προσεγγίζει τα 2000 μέτρα. Εκεί υπάρχει το νοτιότερο δάσος της οξυάς στην Ευρώπη. Από το δέντρο αυτό πήρε το όνομά της. Πανέμορφο βουνό, «απείρου φυσικού κάλλους», που η δημοτική μας μούσα το πρόσεξε ιδιαίτερα και το τραγούδησε: «Βελούχι μου παράμορφο κι Οξυά ζωγραφισμένη…», είναι ένα από τα γνωστότερα δημοτικά μας τραγούδια.

Σεργιανίζοντας στα μονοπάτια της ιστορίας, του θρύλου και της παράδοσης πολλά θα μπορούσε να καταγράψει κανείς για το βουνό αυτό και για τα χωριά που ακουμπάνε στην πλάτη του. Αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε σε μερικά:
Ένας χαριτωμένος θρύλος λέει πως η οξυά και ο έλατος ήταν αδέλφια και ταξίδεψαν κάποτε από τις παγωμένες χώρες του βορά προς το νότο. Διάβηκαν χώρες και βουνά κι ύστερα από μακρύ ταξίδι έφτασαν και στον τόπο μας. Σκαρφάλωσαν στα πανέμορφα ηπειρωτικά βουνά, διάβηκαν στις ράχες και στις πλαγιές της Πίνδου κι ύστερα ανέβηκαν στα Άγραφα. Η Οξυά ανηφορίζοντας στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου,των Τζουμέρκων και των Αγράφων απόκαμε από την κούραση. Φτάνοντας κάποτε στη Σαράνταινα ,απάνω από τη Στάγια κι αντίκρυ από το Γαρδίκι, έριξε …άγκυρα. «Ως εδώ και μη παρέκει…» φωνάζει κατάκοπη στον αδελφό της. Ο έλατος έβαλε όλα τα δυνατά του να την καταφέρει να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Και τι πλάνα λόγια δεν της είπε και τι καλούδια δεν της έταξε! Άδικα όμως την παρακαλούσε. Ούτε βήμα δεν έκαμε εκείνη πιο πέρα. Αυτός συνέχισε τότε μοναχός την πορεία του ως τον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο, ενώ η Οξυά ρίζωσε για πάντα εδώ, σκαρφαλώνοντας ως τις κορφές της Σαράνταινας για να αγναντεύει από εκεί όσο μπορεί μακρύτερα κατά τις χώρες του νότου, που δεν της ήτανε γραφτό να τις γνωρίσει ποτέ.

Ένα τμήμα της Οξυάς ονομάζεται Σαράνταινα. Σύμφωνα με την παράδοση οφείλει το όνομά της στο δράμα μιας γαμήλιας πομπής από σαράντα άτομα, που διάβαινε ολόραχα το βουνό πριν από πολλά χρόνια κι έπεσε απάνω σε μια ξαφνική χιονοθύελλα που έγινε το τραγικό μνήμα της. Από τον άδικο αυτό χαμό, συνεχίζει η τοπική παράδοση, ονομάστηκε «Κλαψί» το χωριό που βρίσκεται προς τη μεριά του Καρπενησιού και «Συμπεθερικό» μια κοντινή απόκρημνη πλαγιά του Βελουχιού, στα βράχια της οποίας φαίνεται ως τα σήμερα η μορφή της άμοιρης εκείνης πομπής.

Κατάκορφα, ανακέφαλα των Πουγκακίων και στο ζυγό που ενώνει την Οξυά με το Βελούχι , βρίσκεται η τοποθεσία «Κοκάλια».Η παράδοση αναφέρει ότι εκεί, το 279 π.Χ., οι Αιτωλοί νίκησαν ύστερα από φονικότατη μάχη τους εισβολείς Γαλάτες, που επέστρεφαν από το αιτωλικό χωριό Κάλλιο στη Φθιώτιδα. Μάλιστα λέγεται ότι οι Γαλάτες υπέστησαν πραγματική πανωλεθρία και ότι ακόμα και σήμερα ξεθάβονται κόκαλα ανθρώπινα και κομμάτια όπλων (περικεφαλαίες, ασπίδες, δόρατα κ.ά.). Λείψανα αρχαίου οχυρού στο Γαρδίκι καθώς και διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου εκείνης, κατά την οποία οι Αιτωλοί ήταν οι κυρίαρχοι όλης σχεδόν της Στερεάς Ελλάδας, αποτελούν ισχυρή ένδειξη όχι μόνον για το πραγματικό γεγονός αυτής της μάχης αλλά και για τη συμβολή των κατοίκων της περιοχής στο ιστορικό γίγνεσθαι της πατρίδας.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Οξυά ήταν λημέρι κλεφταρματωλών. Εκεί πάνω δοξάστηκαν ο φοβερός αρχικλέφτης Τσάμ Καλόγερος και οι οπλαρχηγοί Ανδρίτσος Σιαφάκας και Σκαλτσοδήμος. Αριστερά από το διάσελο προς τη Γραμμένη Οξυά, πάνω από τη Στάγια, σώζονται ακόμα σωροί από πέτρες. Είναι του «Σιαφάκα τα ταμπούρια». Ανεκτίμητες υπηρεσίες στον Αγώνα πρόσφεραν και τα ξακουστά τότε μοναστήρια του Προφήτη Ηλία Παλαιοχωρίου και της Στάγιας. Ήταν τα καταφύγια των κατατρεγμένων ραγιάδων, κρυφά σχολειά, αλλά και λημέρια και ορμητήρια της κλεφτουριάς. Αυτή την κλεφτουριά θέλησε να χαλάσει και ο Αλήπασας, την έβλεπε σαν εμπόδιο στα δόλια σχέδιά του. Λέει η ιστορία πως την άνοιξη του 1794 ο Αλής έστειλε το συγγενή του, αιμοβόρο στρατηγό Γιουσούφ Αράπη, με 3.000 Τουρκαλβανούς, για να ξεπαστρέψει τους αρματωλούς εκείνους που θεωρούσε ύποπτους και αντιστέκονταν στις βλέψεις του.
Ανάμεσα σε αυτούς και οι Κοντογιανναίοι, αρματωλοί του Πατρατζικίου (σημερινής Υπάτης). Κατεβαίνοντας προς τη Ρούμελη ο Γιουσούφ γέμισε τα βουνά από πτώματα παλουκωμένων και σφαγμένων ανδρών, κυρίως χωρικών και βοσκών. Κάποιοι κλεφταρματωλοί προσκύνησαν, οι περισσότεροι όμως τον περιφρόνησαν κι ετοιμάστηκαν να τον πολεμήσουν. Ύστερα από μια αμυντική, μα και πεισματική μάχη στο διάσελο της Οξυάς οι κλέφτες εσκορπίσανε αλλά δε χαλαστήκανε. Η παράδοση λέει πως και το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία , όπου πολλές φορές λημέριαζε με τον ταϊφά του ο Τσαμ Καλόγερος, δέχτηκε την οργή του αιμοχαρή Αράπη και τυλίχτηκε στις φλόγες. Η οργή του Δερβέναγα, συνεχίζει η παράδοση, δε σταμάτησε εκεί. Αφού δε χάλασε τους κλέφτες βάλθηκε να χαλάσει το λημέρι τους, το δάσος της Οξυάς. Με το τσεκούρι και τη φωτιά κόβει και καίει, μα άδικος ο κόπος. Το δάσος φούντωνε ξανά στη στιγμή κι έκρυβε τους κλέφτες. Έτσι μέσα από την υπερφυσική μορφή του μύθου ξεπηδά μια μεγάλη ιστορική αλήθεια: Πως την κλεφτουριά τα βουνά και τα δάση την εξέθρεψαν και την φύλαξαν. Λένε πως στο σημείο που ο Αγάς σταμάτησε τη μάταιη προσπάθειά του να χαλάσει το δάσος έχτισε μια βρυσούλα που μέχρι σήμερα φέρνει το όνομά του: « Του Σούφαγα η βρύση». Άλλη τοπική παράδοση λέει πως στη βρυσούλα αυτή, κουρασμένος, έσκυψε να πιει νερό και πέθανε. Θαμμένη μέσα στα χώματα και στα ξερά φύλλα αναβλύζει αθόρυβα το γάργαρο και κρύο νερό της, λες και κλαίει τον άδικο χαμό της κλεφτουριάς. Σε μια πλαγιά της Οξυάς ξεψύχησε, λίγο πριν το μεγάλο ξεσηκωμό, ο Τσαμ Καλόγερος. Τραυματίστηκε θανάσιμα σε μια φονική συμπλοκή με τούρκικο ασκέρι στη Ζελίστα (σημερινή Κυδωνιά Ναυπακτίας). Τον μετέφερε εκεί στους ώμους του, βαριά τραυματισμένο και με κίνδυνο της ζωής του, ο νεαρός τότε κλέφτης και ύστερα ήρωας της Αλαμάνας Αθανάσιος Διάκος. Την αυτοθυσία και το απαράμιλλο θάρρος του Εθνομάρτυρα επαίνεσε με συγκινητικά λόγια, κλείνοντας τα μάτια του ο πρωτοκαπετάνιος και τον υπέδειξε ως διάδοχό του.

Κάμποσα χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1828, στο διάσελο προς τη Ναυπακτία, έγινε μια σημαντική μάχη, άγνωστη για πολλούς, που στη Γενική Εφημερίδα του Κράτους της εποχής εκείνης καταγράφτηκε ως «Μάχη της Γραμμένης Οξυάς». Το χρονικό αυτής της μάχης, με συντομία, έχει ως εξής: Ισχυρή τουρκική δύναμη αποτελούμενη από 3.000 Τουρκαλβανούς και με αρχηγό τον Ασλάμπεη ξεκίνησε από το Πατρατζίκι για να προσφέρει βοήθεια και να απελευθερώσει τους πολιορκημένους Τούρκους της Λουμποτινάς. Η Λουμποτινά (Άνω Χώρα σήμερα ) ήταν τότε η πρωτεύουσα των Κραβάρων, με σπουδαία στρατηγική σημασία για την εξέλιξη του Αγώνα στη Δυτική Ελλάδα και για τούτο επί ένα χρόνο πολιορκούνταν ασφυκτικά από ελληνικά στρατεύματα. Οι Τουρκαλβανοί σχεδίαζαν να φτάσουν στη Λουμποτινά διερχόμενοι μέσω Γαρδικίου και Γραμμένης Οξυάς, τσακίζοντας στο διάβα τους κάθε εχθρική αντίσταση. Στο διάσελο στρατοπέδευσαν, φτιάχνοντας προμαχώνες, φοβούμενοι ελληνική επίθεση. Εκείνο τον καιρό βρισκόταν στην περιοχή αυτή ο Σουλιώτης χιλίαρχος Κίτσος Τζαβέλας έχοντας εντολή από τον Δημήτριο Υψηλάντη να απελευθερώσει πάση θυσία τις περιοχές Κραβάρων και Λιδωρικίου. Ο Τζαβέλας θεωρώντας τη χρονική στιγμή αλλά και την τοποθεσία κατάλληλη επιτέθηκε με δύναμη 400 περίπου ανδρών στο εχθρικό στρατόπεδο. Η μάχη κράτησε 4 ώρες. Οι Τουρκαλβανοί νικήθηκαν ,υποχώρησαν προς το Γαρδίκι και ανασυντάχθηκαν στου Βλαχιώτη το μνήμα, για να συνεχίσουν λίγο αργότερα την πορεία τους δυτικότερα. Οι απώλειες ήταν για τους Τουρκαλβανούς 100 νεκροί και πολλοί τραυματίες, ενώ για τους Έλληνες 1 νεκρός και 3 τραυματίες.Η κορυφογραμμή της ήταν και το σύνορο του ελεύθερου νεοελληνικού κράτους , όπως όριζε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22ας Φεβρουαρίου / 3ης Μαρτίου 1830, που αναγνώριζε για πρώτη φορά την ανεξαρτησία της Ελλάδας ύστερα από το μακρόχρονο τουρκικό ζυγό.

Έτσι περήφανη κι ανυπόταχτη έμεινε και στα χρόνια της γερμανοϊταλικής κατοχής. Στις φιλόξενες πλαγιές της περπάτησε και ξαπόστασε ένα πλήθος από ομάδες ανταρτών και στα χωριά της δούλεψε μυστικά η Εθνική Αντίσταση. Το Νοέμβριο του 1942, ο καπετάνιος του Βάλτου Ναπολέων Ζέρβας και ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης με τα παλικάρια τους, πριν ξεκινήσουν για το Γοργοπόταμο, ανταμώσανε και στήσανε αδελφωμένοι το χορό στην πλατεία του Γαρδικιού, όπου αργότερα ανεγείρεται μνημείο Εθνικής Αντίστασης.

Ένα πετρόχτιστο καταφύγιο, χτισμένο στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα από την Ελληνική Ορειβατική Ομοσπονδία, δεσπόζει κοντά στην κορυφή του βουνού. Μπορεί εύκολα να φτάσει ο επισκέπτης εκεί, ανηφορίζοντας τους δασικούς δρόμους πάνω από το Γαρδίκι προς Γραμμένη Οξυά και Άμπλιανη, σε μια ευχάριστη μέσα σε οξυές και έλατα διαδρομή προς την ορεινή Ναυπακτία, τα Κράβαρα, τη Δωρίδα και την Ευρυτανία. Οι εναλλασσόμενες μορφές της άγριας χλωρίδας σε συνδυασμό με τους αρμονικούς κυματισμούς του εδάφους συνθέτουν μια συμφωνία γραμμών, χρωμάτων και μορφών, απαράμιλλη σε αισθητική απόλαυση. Ατίμητη παρακαταθήκη, η ομορφιά της και η ιστορία της, που τη χρωστάμε, όπως λέει ο ποιητής, σ’ αυτούς που πέρασαν και σ’ αυτούς που θα ‘ρθουν.

Επιμέλεια : Βασίλης Κανέλλος,
Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας-Δημοτικός Σύμβουλος

 

 

Η ιστορία της μάχης μεταξύ Αιτωλών και Γαλατών στα «Κοκκάλια»

Το 279 π.Χ. πολυάνθρωπη στρατιά Γαλατών (200.000) με αρχηγό τον Βρέννο Β’ πραγματοποίησε εισβολή στη Μακεδονία και προχώρησε στη Θεσσαλία, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Μπροστά στον κίνδυνο συμμαχούν, τότε, οι ελεύθερες πόλεις της κεντρικής Ελλάδας (Αιτωλία, Βοιωτία, Λοκρίδα, Φωκίδα, Μέγαρα και Αθήνα) και αναθέτουν την αρχηγία του ελληνικού στρατού (30.000 περίπου) στον Αθηναίο στρατηγό Κάλλιππο τον Μοιροκλέους. Οι Γαλάτες, έχοντας ως πρώτο στόχο το Μαντείο των Δελφών, όπου υπήρχαν θησαυροί, κατέβηκαν από τη Θεσσαλία στη Φθιώτιδα και, αφού πέρασαν το Σπερχειό, λεηλάτησαν την Ηράκλεια και επιτέθηκαν στους Έλληνες που είχαν πάρει θέσεις στο στενό των Θερμοπυλών. Στη σύγκρουση οι Έλληνες, αν και ήταν πολύ λιγότεροι, αντιστάθηκαν με γενναιότητα και ανάγκασαν τους Γαλάτες να υποχωρήσουν.
Ο Βρέννος, τότε, για να εξασθενήσει την παράταξη των Ελλήνων, έστειλε, για αντιπερισπασμό, 40.000 Γαλάτες εναντίον της Αιτωλίας με την ελπίδα ότι έτσι θα αναγκάζονταν οι Αιτωλοί να φύγουν από τις Θερμοπύλες για να υπερασπιστούν τη χώρα τους. Το τμήμα αυτό των Γαλατών, με αρχηγούς τον Ορεστόριο και τον Κόμβουτιν, πέρασε το Σπερχειό προς τα πίσω, και μέσω της Θεσσαλίας εισέβαλε στην Ευρυτανία που αποτελούσε μέρος της Αιτωλίας. Οι βάρβαροι βρήκαν τη χώρα των Αιτωλών ανυπεράσπιστη και διέπραξαν φοβερά ανοσιουργήματα. Την καταστροφική μανία των Γαλατών δέχθηκε προπαντός το Κάλλιο, που φέρεται ως πρωτεύουσα της Αιτωλίας και εντοπίζεται στο χώρο του σημερινού Κλαυσείου. Όταν οι Γαλάτες ολοκλήρωσαν την καταστροφή και έκαψαν το Κάλλιο, επέστρεψαν από τον ίδιο δρόμο για να συναντήσουν το κύριο σώμα του βαρβαρικού στρατού στις Θερμοπύλες.
Αλλά ο ίδιος δρόμος τους έφερε πάλι στον φυσικό αυχένα (τα Κοκκάλια), από τον οποίο είχαν εισβάλει στην Αιτωλία. Εκεί όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις 8.000 Αιτωλούς που κατέφθασαν από τις Θερμοπύλες με τους στρατηγούς Πολύαρχον, Πολύφρονα και Λαοκράτη. Αλλά και οι Καλλιείς όπως και οι άλλοι Ευρυτάνες καταδίωξαν τους επιδρομείς, ζητώντας εκδίκηση για όσα έπραξαν σε βάρος τους. Ο Παυσανίας λέει ότι στην καταδιωκτική εκστρατεία πήραν μέρος εθελοντικά και γυναίκες, γιατί μισούσαν τους Γαλάτες περισσότερο από τους άνδρες.
Η σύγκρουση υπήρξε σφοδρότατη και συνεχίστηκε για μέρες. Όπως φαίνεται, οι Γαλάτες είχαν κυκλωθεί και οι περισσότεροι εξοντώθηκαν από τους Αιτωλούς. Λείψανα από τη φονικότατη εκείνη μάχη υπάρχουν και σήμερα. Απειράριθμα θρυμματισμένα κόκκαλα βρίσκονται σκορπισμένα στο έδαφος, από τα οποία η τοποθεσία ονομάζεται «ΚΟΚΚΑΛΙΑ».

Όσοι από τους Γαλάτες κατόρθωσαν να σωθούν, έτρεξαν να περάσουν το Σπερχειό, για να ενωθούν με το κύριο σώμα του βαρβαρικού στρατού στις Θερμοπύλες. Εκεί όμως τους περίμεναν οι Θεσσαλοί και οι Μαλιείς, που τόσους πολλούς σκότωσαν από αυτούς, ώστε δε σώθηκε κανένας να φθάσει στην πατρίδα του (Παυσανίας).
Αλλά και οι άλλοι Γαλάτες, ο κύριος όγκος, αν και διέσπασαν την άμυνα των Ελλήνων στις Θερμοπύλες με κυκλωτικό ελιγμό μέσω της Οίτης, και βάδισαν εναντίον των Δελφών, δεν είχαν καλύτερη τύχη, γιατί νικήθηκαν. Ο ίδιος ο Βρέννος, αφού τραυματίστηκε, αυτοκτόνησε, πίνοντας άφθονο δυνατό κρασί (άκρατον οίνον). Οι υπόλοιποι Γαλάτες επιστρέφοντας μέσω Θεσσαλίας προς τη Μακεδονία και Θράκη, αποδεκατίστηκαν υπό λοιμού, ψύχους και μαχαίρας. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος