provomastores.gr

Γενικές πληροφορίες για την περιοχή των Κραβάρων, στην Ορεινή Ναυπακτία.

Γενικές πληροφορίες για τα μέρη που θα επισκεφτούμε κατά τη διάρκεια της απόδρασής μας στην Ορεινή Ναυπακτία, στη περιοχή των Κραβάρων.

Η Ναύπακτος χτισμένη στους πρόποδες της οροσειράς της Πίνδου, στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, στέκει με το ένα πόδι στο βουνό κι με το άλλο στη θάλασσα.

Φορτωμένη με 2,5 χιλιάδες χρόνια ιστορίας, συνεχίζει να έλκει το ενδιαφέρον επισκεπτών που θα περπατήσουν τα πλακόστρωτα καλντερίμια που σκαρφαλώνουν το ενετικό της κάστρο, θα χορέψουν στους ρυθμούς του κοσμοπολίτικου λιμανιού, θα κάνουν μπάνιο στις καθαρές παραλίες της όμορης Φωκίδας και φυσικά θα πραγματοποιήσουν λουκούλλεια γεύματα στα ψητοπωλεία του Νιόκαστρου.

Το σήμα κατατεθέν της Ναυπάκτου, το λιμάνι της, αποτελεί και την καρδιά της πόλης. Τμήμα της οχύρωσης της μεσαιωνικής Ναυπάκτου, το λιμάνι σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς και συνάντησης για τους κατοίκους της και καθόλη τη διάρκεια της ημέρας θα βρείτε κόσμο: Από πολύ πρωί, την ώρα που οι ψαράδες πουλούν την φρέσκια πραγμάτια τους και οι μεγαλύτεροι πίνουν τον πρώτο καφέ της ημέρας, κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια της πλατείας, μέχρι αργά το βράδυ όπου οι νεαρότεροι διασκεδάζουν στα μπαράκια.

Οι πολύχρωμες βάρκες και τα ιστιοπλοϊκά δίνουν το δικό τους τόνο σε ένα απ’ τα πλέον πολυφωτογραφημένα σημεία της Δυτικής Ελλάδας.

Μια στάση για καφέ, ποτό και φαγητό θεωρείται από τα πράγμα που κάποιος επισκέπτης επιβάλλεται να κάνει ερχόμενος στη Ναύπακτο.

Το Κάστρο της Ναυπάκτου είναι ένα απ’ τα πλέον καλοδιατηρημένα παραδείγματα φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Δύο βραχίονες που ακολουθούν την κλίση του εδάφους, κατεβαίνουν από την κορυφή του λόφου, ο ένας ανατολικά και ο άλλος δυτικά και κοντά στη θάλασσα κάμπτονται και κλείνουν την είσοδο του λιμανιού. Τέσσερα εγκάρσια τείχη ενώνουν τους δύο αυτούς βραχίονες σχηματίζοντας πέντε διαζώματα. Χτισμένο στον λόφο πάνω απ’ την σύγχρονη πόλη, στα πρώτα του διαζώματα “φιλοξενεί” την παλιά πόλη της Ναυπάκτου

Ανηφορίζοντας στα πλακόστρωτα δρομάκια με τα χαμηλά σπιτάκια και τους πολύχρωμους κήπους, και μπαίνοντας απ’ το ένα διάζωμα του στο άλλο, έχεις την αίσθηση ότι ξετυλίγεται μπροστά σου ολόκληρη η μακρόχρονη ιστορία της πόλης: Πειρατές σε περιμένουν στη εντυπωσιακή Σιδηρόπορτα- είσοδος για το δεύτερο διάζωμα, Τούρκοι βγαίνουν απ’ το Βεζύρ τζαμί και το χαμάμ λίγο παραπάνω, αγωνιστές του ’21 περπατούν έξω απ’ την οικία Τζαβέλα.

Μην το χάσετε. Αν δεν έχετε περπατήσει στην παλιά πόλη, αν δεν έχετε δει τη Ναύπακτο από ψηλά, χάνετε όλη τη μαγεία αυτής της πόλης……

Και φυσικά, η Ναύπακτος κρατά το κλειδί για την πόρτα που οδηγεί στην μαγευτική Ορεινή Ναυπακτία

Σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή η λέξη Κράβαρα είναι σλαβική και σημαίνει βοϊδολίβαδο. Πρόκειται για την περιοχή που βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του Ν.Αιτωλοακαρνανίας, βόρεια του ποταμού Μόρνου και εκατέρωθεν του ποταμού Ευήνου, πολύ κοντά δε σε Ευρυτανία, Φωκίδα και Φθιώτιδα. Ουσιαστικά είναι μια γεωγραφική ενότητα 45 χωριών, που ανέκαθεν ήταν απομονωμένα από τα κοντινά αστικά κέντρα, λόγω και του φυσικού ανάγλυφου: ψηλά βουνά, ποτάμια, χαράδρες, ρέματα, καταρράκτες, τεχνητές λίμνες, άπειρες στροφές, ανεβοκατεβάσματα και στριφογυρίσματα. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στις νότιες απολήξεις της Πίνδου. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την πλήρη σχεδόν απουσία καλλιεργήσιμων εκτάσεων, την ανυπαρξία του εμπορίου αλλά και το γεγονός ότι οι Κραβαρίτες δεν εξασκούσαν κάποια σπουδαία τέχνη (ούτως ώστε να γίνουν πανελληνίως γωνστοί, όπως λ.χ. οι Ζαγορίσιοι πετράδες) συνετέλεσαν στη δημιουργία ολόκληρου μύθου γύρω από την παροιμιώδη φτώχεια τους. Πολλές φορές γίνονταν αντικείμενο σάτιρας και χλευασμού. Η εικόνα αυτή παγιώθηκε ιδιαίτερα με την κυκλοφορία του περίφημου βιβλίου «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα, με το οποίο ο λογοτέχνης αναδεικνύει την έφεση ολόκληρων οικογενειών Κραβαριτών στην επαιτεία και την εξαπάτηση. Δεν πρέπει όμως να παραβλέψουμε και το γεγονός ότι πολλοί Κραβαρίτες ήταν σκληροί αγωνιστές δίνοντας ακόμη και τη ζωή τους για την πατρίδα.

Σήμερα πλέον η Ορεινή Ναυπακτία αναπτύσσεται τουριστικά παρά το ότι η απομόνωση συνεχίζεται: χαρακτηριστικό παράδειγμα η διαδρομή Ναύπακτος-Άνω Χώρα (58 χλμ.) που διαρκεί 1 ώρα και 30 λεπτά λόγω των εκατοντάδων στροφών. Τα περισσότερα χωριά ερημώνουν το χειμώνα αλλά το καλοκαίρι ζωντανεύουν.

Για κάποιον περαστικό απ’ τη Ναύπακτο είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστεί την ομορφιά που επιμελώς κρύβει η Ορεινή Ναυπακτία. Εκεί, στις πλαγιές της Πίνδου, η Ορεινή Ναυπακτία αποτελείται από ένα σύμπλεγμα χωριών, που σήμερα ανήκουν σε τρεις δήμους (Δήμος Αποδοτίας, Δήμος Πυλήνης και Δήμος Πλατάνου), αρμονικά χωροθετημένα παρέα με δάση βελανιδιάς, ελάτων, οξιάς, πλατανιών και καστανιών.

Η Ορεινή Ναυπακτία χάρη στην δυσπρόσιτη επιφάνειά της, έγινε καταφύγιο πολλών κατοίκων σε δύσκολες εποχές για την Ελλάδα.

Προκειμένου να αποφύγουν τους εκάστοτε κατακτητές, οι Έλληνες αποτραβιόντουσαν στην Ορεινή Ναυπακτία, που ήταν δυσπρόσιτη για τους Τούρκους, τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και όσους τέλος πάντων πέρασαν απ’ την περιοχή έχοντας κακές διαθέσεις.

Με την αστυφιλία του περασμένου αιώνα, ο πληθυσμός της Ορεινής Ναυπακτίας συρρικνώθηκε σε τέτοιο επίπεδο, που θα έλεγε κανείς ότι αν δεν υπήρχε τόσο έντονο τουριστικό ενδιαφέρον την τελευταία δεκαετία, σήμερα θα μιλάγαμε για νεκρή περιοχή.

Οι εκατοντάδες πεζούλες από ξερολιθιές που συντηρούσαν με την σοδιά τους τούς κατοίκους της Ορεινής Ναυπακτίας εγκαταλείφθηκαν στα χέρι της φύσης που της δάσωσε.

Τα παλιά σπίτια των χωριών της ορεινής Ναυπακτίας, χτισμένα από σχιστόλιθο στην πλειονότητά τους, παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον αντιπροσωπεύοντας ένα ευρύ φάσμα της παράδοσης με πολλές επιρροές απ’ την αρχιτεκτονική της Ηπείρου.

Το ενδιαφέρον τους εκδρομέων για την Ορεινή Ναυπακτία, πηγάζει απ’ την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να επιστρέψει έστω και για λίγο στους χαλαρούς ρυθμούς που επιβάλει η φύση.

Παλιά μονοπάτια μέσα σε δάση, πλούσια πανίδα, ορεινά καταφύγια, βρύσες κρυστάλλινου νερού παντού, ποτάμια παραπόταμοι καταρράκτες και λίμνες, τσίπουρο, κάστανα, κρασί, πανηγύρια, τι άλλο να ζητήσει κάποιος;

Μαζί με το τουριστικό ενδιαφέρον στην ορεινή Ναυπακτία επέστρεψαν και οι άνθρωποι, αναπαλαιώνοντας τα σπίτια τους, ανοίγοντας καφενεία, ταβέρνες και ξενοδοχεία.

Έχοντας αποφύγει την άναρχη τουριστική «ανάπτυξη» της δεκαετίας του ’80 , η Ορεινή Ναυπακτία πλησιάζει πολύ σ’ αυτό που θα ονομάζαμε αυθεντική ελληνική ύπαιθρο.

Ξεκινώντας από την πολύβουη πρωτεύουσα, της πάλε ποτέ επαρχίας Ναυπακτίας, διασχίζοντας με τη σειρά τα χωριά Κάτω Δάφνη, Γρηγορίτικο, Φιλοθέη, Λιμνίτσα, Τερψιθέα και Ελατού, με τα 58 χιλιόμετρα του φιδωτού δρόμου να μας προϊδεάσουν, για όσα επακολουθούν, στον προορισμό μας, την Άνω Χώρα.

Το τοπίο, ειδικά απ’ την Τερψιθέα και πάνω, ξυπνά τα βασικά σου ένστικτα και η σκέψη σου, μακριά πλέον από πληκτρολόγια και TFT οθόνες, θα ταξιδέψει στο φυσικό wallpaper, στην «επιφάνεια εργασίας του Θεού».

Η Τερψιθέα ,ένα χωριό που, όπως το λέει το όνομά του, έχει μια εξαίρετη θέα στην κοιλάδα και στα γύρω βουνά, όπου υπάρχει και κάποια στοιχειώδης τουριστική κίνηση. Είναι χτισμένη σε 800 υψόμετρο και λίγο έξω από το χωριό υπάρχουν δύο νερόμυλοι, ο Ντεμισιάς (1880) και ο Σκαρούς (1890).

Στο παλιό Δημοτικό Σχολείο του χωριού λειτουργεί το Λαογραφικό Μουσείο όπου εκτός από τα πολλά εργαλεία καθημερινής χρήσης έχουν οργανωθεί «εκκλησιαστική γωνιά», «σχολική γωνιά», «γωνιά των παντοπωλείων». Το μουσείο βρίσκεται δίπλα στην όμορφη πλατεία του χωριού.

 

Η Ελατού, που χτίστηκε το 1829 στα 1.050 μ. και μέχρι το 1928 είχε το σλαβικό όνομα Ελετσού (ευήλιο μέρος). Εκεί εγκαταστάθηκαν αρκετοί αγωνιστές του ’21. Το χωριό είναι κτισμένο στις πυκνοδασωμένες πλαγιές του Κερασοβουνίου, γνωστό στους ντόπιους ως Όρος Ομάλια (1.694μ.).

Ο ασφάλτινος δρόμος διασχίζει την Ελατού και συνεχίζει με αρκετές στροφές, μέσα από μια διαδρομή μοναδικής φυσικής αξίας και απαράμιλλης ομορφιάς, για τις γειτονιές της Άνω και Κάτω Χώρας.

Η  Άνω Χώρα, το πιο τουριστικά γνωστό χωριό της ορεινής Ναυπακτίας. Είναι η πρωτεύουσα του δήμου Αποδοτίας, έχει 404 κατοίκους και είναι χτισμένη σε 1.100 υψόμετρο. Περιβάλλεται από ορεινούς όγκους, ενώ μέσα το χωριό παρουσιάζει μεγάλες υψομετρικές διαφορές που φτάνουν τα 200 μ. Λόγω του πολύ κόσμου που την επισκέπτεται, είναι και το πιο «ζωντανό» μέρος της περιοχής. Το χωριό έχει και μια κάτω γειτονιά, που λέγεται Κάτω Χώρα, απέχει 5 χλμ. από τη Άνω και είναι χτισμένη σε 800 υψόμετρο.

 

Το παλιό όνομά της Άνω Χώρας ήταν Μεγάλη Λομποντίνα και ήταν το μεγαλύτερο από τα χωριά των Κραβάρων όπως ονομαζόταν η περιοχή επί τουρκοκρατίας. Ανάμεσα στα επαγγέλματα του κτηνοτρόφου, του υλοτόμου και του γεωργού, οι Κραβαρίτες ασκούσαν συστηματικά και αυτό της επαιτείας! Ζητιάνοι δηλαδή, όπως αναφέρει και στο γνωστό του μυθιστόρημα ο Καρκαβίτσας. Μάλιστα η φτώχεια τους οδήγησε να αναπτύξουν σε τέτοιον βαθμό την «τέχνη» τους, που χρησιμοποιούσαν ακόμα και τη δική τους συνθηματική γλώσσα, τα «Μπολιάρικα». Με την πάροδο του χρόνου στήθηκε ένας ολόκληρος μύθος γύρω από αυτήν την ιδιαίτερη έφεση των Κραβαριτών στη ζητιανιά και τα σαράντα πέντε χωριά της ορεινής περιοχής τυλίχθηκαν στην αχλή του θρύλου, της φαντασίας, αλλά και της… υπερβολής.

Η Σχολή της Μεγάλης Λομποτίνας

Αν και δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές, είναι βέβαιο ότι ήδη από τον 18ο αιώνα, λειτουργούσε στη Μεγάλη Λομποτίνα (Άνω Χώρα) ονομαστή Σχολή, όπου δάσκαλος ήταν ο περίφημος Ηπειρώτης ιερομόναχος,  Ανανίας Δερβισιάνος και ένας από τους μαθητές του, ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός. Τη σχολή την είχαν υπό την επίβλεψή τους, ισχυρές Κραβαρίτικες οικογένειες, όπως αυτή των Καναβαίων, των Χρυσοβέργηδων, των Σωτηροπουλαίων που διατηρούσαν άριστες διασυνδέσεις, με την «Υψηλή Πύλη».

Αρχαίοι Αποδοτοί

Κάτοικοι της Ορεινής Ναυπακτίας ήταν οι Αποδοτοί, συγγενικό φύλο των Αιτωλών. Μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα των αρχαίων Αποδοτών ήταν το Αιγίτιο, που πιθανόν να βρισκόταν στις παρυφές του όρους Κόρακα. Η πόλη σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, καταλήφθηκε από τους Αθηναίους, με στρατηγό τον γνωστό ρήτορα Δημοσθένη, το 426 Π.Χ.

Η Άνω Χώρα είναι, ίσως, το σημείο αναφοράς για την ορεινή Ναυπακτία. Κατάφερε να γίνει ένας αξιοζήλευτος προορισμός, αναδεικνύοντας παράλληλα την Ορεινή Ναυπακτία, χάρη στη φυσική ομορφιά, αλλά και την ευαισθησία των κατοίκων της, που επέτρεψε στο παραδοσιακό χρώμα του χωριού, να μείνει αναλλοίωτο στο χρόνο.

Ο χρόνος στην Άνω Χώρα, αποκτά άλλη διάσταση και οι καθημερινοί ρυθμοί σε έχουν ήδη εγκαταλείψει, στη πανέμορφη διαδρομή από τη Ναύπακτο.

Το τοπίο, ειδικά απ’ την Τερψιθέα και πάνω, ξυπνά τα βασικά σου ένστικτα και η σκέψη σου, μακριά πλέον από πληκτρολόγια και TFT οθόνες, θα ταξιδέψει στο φυσικό wallpaper, στην «επιφάνεια εργασίας του Θεού».

Η Άνω Χώρα διαφέρει, γιατί αντί για glamour καφετέριες, κυριλέ εστιατόρια και κατεψυγμένους ανθρώπους, βρίσκεις ταβερνάκια, παραδοσιακά καφενεία και φρέσκιες ιδέες.

Έχοντας επενδύσει πολλά και με τη βοήθεια ευρωπαϊκών προγραμμάτων όπως το Leader+, οι άνθρωποι της περιοχής παρέχουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, σε μαγευτικό περιτύλιγμα.

Το χωριό Αμπελακιώτισσα παρουσιάζει ενδιαφέρον επίσης να το επισκεφτεί κάποιος, κυρίως για τη μονή Κοζίτσης.

Η Αμπελακιώτισσα,(Κοζίτσα) βρίσκεται απέναντι από την Άνω Χώρα, χτισμένη στις ελατοσκέπαστες ανατολικές πλαγιές του όρους Αϊ Λιά. Απέναντι της υψώνονται οι ορεινοί όγκοι της Τσεκούρας και της Παναγιάς, ένα σύμπλεγμα πολυδαίδαλο με τραχείς βράχους και δασωμένες ρεματιές, τοπίο πραγματικό υποβλητικό. Βρίσκεται σε 900 υψόμετρο και είναι ένα από αρχαιότερα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας. Το παλιό όνομα «Κοζίτσα», σήμαινε στα σλαβικά γιδότοπος.

Το Μοναστήρι της Παναγίας της Αμπελακιώτισσας (ή μονή Κοζίτσης) βρίσκεται πάνω από το ομώνυμο χωριό, (περίπου 16 χλμ. απ’ την Άνω Χώρα). Ιδρύθηκε το έτος 1455 όταν, όπως θέλει η παράδοση, ένας βοσκός από το χωριό, βρήκε μια εικόνα της Θεοτόκου, κάτω από ένα δέντρο βελανιδιάς, που σώζεται ακόμα και σήμερα. Η εικόνα αυτή λέγεται, ότι προερχόταν από το χωριό Αμπελάκια Θεσσαλίας, το οποίο λεηλάτησαν οι Οθωμανοί, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Μύθος αναφέρει ότι την εικόνα, την έριχναν οι Οθωμανοί στο ποταμό Πηνειό, αλλά αυτή επέστρεφε στη θέση κάθε βράδυ. Αυτό συνεχίστηκε για δύο ημέρες. Την 3η ημέρα αποφάσισαν να κάψουν την εικόνα. Η εικόνα δεν επέστρεψε ξανά και βρέθηκε κρεμασμένη σε μια βελανιδιά όπου κτίστηκε το μοναστήρι, για χάρη της. Ο πρώτος ναός κτίστηκε το 1456, ενώ από το 1475 στην μονή βρίσκεται λάρνακα με το δεξί χέρι του Αγίου Πολυκάρπου, πρώτου επίσκοπου Σμύρνης. Το μοναστήρι είναι γνωστό για τη λατρευτική εικόνα της Παναγίας, τα λείψανα του χεριού του Αγίου Πολυκάρπου, τον χρυσοκέντητο επιτάφιο και το παραδοσιακό πανηγύρι που γίνεται το Δεκαπενταύγουστο.

Μέσα στο χωριό της Αμπελακιώτισσας βρίσκεται και ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος διαθέτει, ένα εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τέμπλο, σπάνιας τέχνης, που κατασκευάστηκε γύρω στα 1748.

Τα Κρυονέρια Ναυπακτίας, (παλιότερη ονομασία Κουτολίστια) το ψηλότερο σε υψόμετρο χωριό (υψόμετρο 1312 μ.) της Ορεινής Ναυπακτίας, είναι κτισμένο στη βόρεια πλαγιά του όρους Φτερόπυργο, συνέχεια του όρους Τσεκούρα. Ιδρύθηκε γύρω στο 1850, και πήρε το σημερινό του όνομα το 1939, λόγω της πληθώρας των υδάτινων πόρων που το περιστοιχίζουν. Μαζί με τον οικισμό Λάλικα αποτελούσαν μία ενιαία κοινότητα, με 122 μόνιμους κατοίκους (απογραφή 2001).

Τα Κρυονέρια ξεχωρίζουν για το ξεχωριστό, παρθένο, φυσικό τους περιβάλλον. Ψηλά έλατα με κέδρους, καστανιές και πλατάνους συνθέτουν την χλωρίδα της περιοχής, ενώ έχουν καταγραφεί εννέα είδη άγριας ορχιδέας, ένα σπάνιο είδος τουλίπας καθώς και μεγάλη ποικιλία μανιταριών, τρία εκ των οποίων αποκαλύπτονται για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Στα δάση της περιοχής ζουν αγέλες λύκων, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, ελάφια,  ενώ έχει θεαθεί και  καφέ αρκούδα. Από τα πτηνά της περιοχής ξεχωρίζουν ο χρυσαετός, ο γύπας ασπροπάρης, ο φιδαετός και ένα πολύ σπάνιο είδος δρυοκολάπτη με τροπικά χρώματα.

Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες οι πρώτοι κάτοικοί του χωριού, ήρθαν από το Μούστροβο (σημερινή ονομασία Περιβόλι) της Σπερχειάδας, του νομού Φθιώτιδας, στις αρχές του 19ου αιώνα κυνηγημένοι από τον Τούρκο έπαρχο της περιοχής. Αρχικά κατέλυσαν κοντά στο ποταμό Εύηνο, αλλά η ανάγκη εξεύρεσης πόσιμου νερού τους οδήγησε στο μέρος που βρίσκεται σήμερα το χωριό όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Κύρια ασχολία τους είναι η γεωργία, και η κτηνοτροφία. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι κάτοικοι εξαιτίας όμως της εσωτερικής μετανάστευσης για οικονομικούς λόγους εγκατέλειπαν το χωριό. Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το χωριό είχε τους τελευταίους μόνιμους κατοίκους.

Ο επισκέπτης μπορεί να δει και να θαυμάσει τις παλιές εκκλησιές του χωριού (Αγ. Γεώργιος, Παναγία), το νεότευκτο Εκπολιτιστικό Κέντρο στο οποίο στεγάζεται και το Λαογραφικό Μουσείο του χωριού με παλιές φωτογραφίες από την ζωή του χωριού, εργαλεία και ότι άλλο χαρακτηρίζει και θυμίζει τους προγόνους μας, τα οποία έχουν δωρίσει Κρυονερίτες. Μια ευχάριστη απόδραση είναι η ανάβαση στο όρος Τσεκούρα, όπου από εκεί μπορεί να θαυμάσει κανείς τα γύρω χωριά και την Ευηνολίμνη, τα εκκλησάκια του Προφήτη Ηλία και τους Αγίους Ταξιάρχες (την εκκλησία που έχτισαν οι πρώτοι Κρυονερίτες που ήρθαν από την Σπερχιάδα), και το πανέμορφο γιοφύρι του Κάκαβου, στο ποταμό Εύηνο.