provomastores.gr

Προσανατολισμός και πορεία στο βουνό

Εισαγωγή

Ο όρος Προσανατολισμός, υποδηλώνει ότι λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς την Ανατολή ανά πάσα στιγμή γνωρίζουμε τη θέση μας στο περιβάλλον, πού ακριβώς βρισκόμαστε, πού θέλουμε να πάμε και σε ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε για να πάμε μέχρι εκεί. Πολλά ατυχήματα οφείλονται άμεσα ή έμμεσα σε λάθος προσανατολισμό. Όταν οι καιρικές συνθήκες είναι καλές και το βουνό μας είναι αρκετά γνωστό, τότε ο προσανατολισμός ίσως είναι απλή υπόθεση όμως με άσχημες καιρικές συνθήκες κατά την διάρκεια μιας ανάβασης ή διάσχισης σε άγνωστο βουνό οι γνώσεις προσανατολισμού είναι ζωτικής σημασίας. Οι γνώσεις αυτές περιλαμβάνουν τα εξής επιμέρους στοιχεία: – ανάγνωση χάρτη – χρήση πυξίδας – χρήση GPS Ο χάρτης Ένας χάρτης είναι η απεικόνιση στο χαρτί ενός τμήματος (ή και του συνόλου) της επιφάνειας της γης σε σμίκρυνση, κάτοψη και λεπτομερή περιγραφή. Η απεικόνιση αυτή γίνεται με προβολή του φυσικού ανάγλυφου πάνω στο οριζόντιο επίπεδο. Συνήθως οι χάρτες αναπαριστούν τα γεωφυσικά χαρακτηριστικά και τα σημάδια της ανθρώπινης παρουσίας στο χώρο. Βασικό στοιχείο του χάρτη αποτελεί το τοπογραφικό υπόβαθρο, που αναπαριστά με τη βοήθεια γραμμών και συμβόλων τη μορφολογία του εδάφους, το υδρογραφικό δίκτυο και άλλα γεωμορφολογικά στοιχεία (σπηλιές, πηγές κλπ). Στο τοπογραφικό υπόβαθρο αποτυπώνονται επίσης τα βασικά ανθρωπογενή στοιχεία του χώρου (δρόμοι, οικισμοί, μεμονωμένα κτίσματα κλπ). Τα σύμβολα που αντιπροσωπεύουν τα στοιχεία αυτά, παρουσιάζονται αναλυτικά στο υπόμνημα του χάρτη. Ο βορράς του χάρτη (γεωγραφικός βορράς), βρίσκεται στην πλευρά συμφώνα με την οποία τα γράμματα του χάρτη διαβάζονται κανονικά. Οι χάρτες στην Ελλάδα Ο κύριος χαρτογραφικός οργανισμός στην Ελλάδα είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, η οποία επίσης τυπώνει και πωλεί χάρτες Γενικής Χρήσεως σε διάφορες κλίμακες. Τα υπόβαθρα της ΓΥΣ βασίζονται σε αεροφωτογραφίες της δεκαετίας του ´50 και είναι διορθωμένα με νεότερες φωτογραμμετρικές εργασίες. Παρόλο που έχει επιτελέσει ένα τιτάνιο έργο αποτύπωσης, επιβεβαιώσεων και χαρτοσύνθεσης, οι χάρτες της ΓΥΣ δεν στερούνται σφαλμάτων. Ένα σφάλμα που παρατηρείται σχετικά συχνά, είναι η λανθασμένη θέση των σημειακών (εκκλησίες, πηγές κλπ) σε σχέση με τα γραμμικά σύμβολα (δρόμοι και ισοϋψείς). Επίσης, η αποτύπωση των δρόμων είναι σε πολλές περιπτώσεις χονδροειδής, ενώ αρκετά τοπωνύμια εμφανίζονται λανθασμένα. Το υλικό αυτό παραμένει ωστόσο η μοναδική ευρείας πρόσβασης πηγή, για τοπογραφικά δεδομένα στην Ελλάδα. Τα φύλλα που παρέχει η ΓΥΣ στους ιδιώτες ανήκουν σε δύο χαρτογραφικές σειρές: η παλιότερη με στοιχεία της δεκαετίας του 70 και η νεότερη με στοιχεία της δεκαετίας του 80. Στο κοινό διατίθεται το σύνολο της χώρας στις κλίμακες 1:1.000.000, 1:500.000 και 1:250.000, ενώ στις κλίμακες 1:100.000 και 1:50.000 εξαιρούνται ακόμα πολλά νησιά και όλη η παραμεθόρια ζώνη (βόρειας και ανατολικής Ελλάδας). Η έλλειψη πρόσφατων στοιχείων για το οδικό δίκτυο και το σύστημα κατοίκησης κάνει τους εξαίρετους αυτούς χάρτες να φαίνονται παρωχημένοι. Εκτός από την ΓΥΣ, τοπογραφικά διαγράμματα και χάρτες παρέχουν και άλλες υπηρεσίες (Χαρτογραφική Υπηρεσία Ναυτικού, ΥΠΕΧΩΔΕ). Επίσης, πολλοί εκδότες κατασκευάζουν (συνήθως χωρίς προδιαγραφές και κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό) και εκδίδουν χάρτες διαφόρων κλιμάκων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, χρησιμοποιούν άνευ σχετικής έγκρισης τα υπόβαθρα της ΓΥΣ, στα οποία προσθέτουν χωρίς τη χρήση ειδικού λογισμικού νεότερα στοιχεία (δρόμους, τουριστικές υποδομές κλπ). Χάρτης συμβατός με GPS Η αναγραφή αυτής της επισήμανσης σε ένα χάρτη υπονοεί ότι με τη βοήθεια ενός GPS και του συγκεκριμένου χάρτη μπορούμε να προσδιορίσουμε τη θέση μας με ακρίβεια. Ουσιαστικά, αυτό προϋποθέτει ότι έχουν τηρηθεί οι εξής προδιαγραφές: 1. Ο χάρτης έχει κατασκευαστεί με βάση υπόβαθρα από συγκεκριμένο γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς, το οποίο αναγράφεται ευκρινώς στο υπόμνημα, ώστε να ρυθμίσουμε κατάλληλα το GPS 2. Έχουν τηρηθεί οι αναγκαίοι όροι πιστότητας και ακρίβειας στην αναπαραγωγή των τοπογραφικών δεδομένων 3. Ο χάρτης είναι βαθμονομημένος σε κάποιο γνωστό σύστημα συντεταγμένων (π.χ. Lat/Long) και υπάρχει η δυνατότητα να μεταφέρουμε με ένα υποδεκάμετρο τις τιμές συντεταγμένων που δίνει το GPS και ειδικά τις υποδιαιρέσεις του πρώτου λεπτού της μοίρας. 4. Η τελική εκτύπωση πλήρη τις προϋποθέσεις ακρίβειας της κλίμακας του χάρτη
Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΓΣΑ) Είναι ένα πλαίσιο παραμέτρων βάσει των οποίων γίνεται ο εντοπισμός μιας θέσης στο χώρο. Κάθε σύγχρονο Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς, εκφράζει τα στοιχεία του χώρου σε γεωγραφικές, ορθογώνιες συντεταγμένες και αποτελεί τη βάση για την κατασκευή ενός σύγχρονου χάρτη. Οι ορθογώνιες συντεταγμένες προκύπτουν από την Εγκάρσια Μερκατορική Προβολή (Ε.Μ.Π.) κατά την οποία η γήινη επιφάνεια προβάλλεται πάνω σε έναν κύλινδρο, ο άξονας του οποίου είναι κάθετος ως προς την ευθεία που ενώνει τους δύο πόλους. Ο μεσημβρινός που ορίζεται από την επαφή του κυλίνδρου με τη γήινη επιφάνεια, είναι ο Κεντρικός Μεσημβρινός της προβολής και ταυτίζεται με τον κατακόρυφο άξονα (X) του προβολικού συστήματος. Ο οριζόντιος άξονας (Y) όλων των Ε.Μ.Π. είναι ο Ισημερινός. Αρχή των αξόνων θεωρείται το σημείο τομής του Ισημερινού με τον Κεντρικό Μεσημβρινό. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι τιμές στον άξονα των Y (απόσταση από τον Ισημερινό), να εμφανίζονται αρκετά μεγάλες στην Ελλάδα (της τάξης των 4.000.000m). Εξάλλου στον άξονα των Χ προκειμένου να αποφεύγονται οι αρνητικές τιμές στα δυτικά του κεντρικού μεσημβρινού, αντί για μηδέν στην τομή των αξόνων δίνεται η τιμή 500.000m: έτσι στα δυτικά του Κεντρικού Μεσημβρινού οι τιμές είναι μικρότερες των 500.000m ενώ στα ανατολικά του μεγαλύτερες. Οι Ε.Μ.Π εφαρμόζονται σε ζώνες μικρού εύρους όπου κάθε ζώνη χαρακτηρίζεται από τον Κεντρικό Μεσημβρινό και από το εύρος της. Η πιο γνωστή είναι η Διεθνής Εγκάρσια Μερκατορική Προβολή (Universal Tranverse Mercator ή UTM), όπου όλες οι ζώνες έχουν εύρος 6°. Ωστόσο, ενώ σε ένα παγκόσμιο γεωγραφικό σύστημα συντεταγμένων, όπως το WGS84, μπορεί κανείς να προσαρμόσει την προβολή που εξυπηρετεί καλύτερα, στα εθνικά συστήματα επιλέγεται πάντα μία συγκεκριμένη προβολή, η οποία παραμετροποιείται κατάλληλα, ώστε να αποδίδει με την ελάχιστη δυνατή παραμόρφωση μετρήσεις μηκών και εμβαδών σε όλη την επικράτεια. Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΕΓΣΑ 87) Το ΕΓΣΑ 87 που προτάθηκε από τον καθηγητή Γ. Βέη το 1987, αποτελεί ένα ενιαίο σύστημα αναφοράς για όλη την ελληνική επικράτεια και χρησιμοποιείται από το 1990, από όλους τους κρατικούς φορείς παραγωγής χαρτών, καθώς και για τη σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου. Η δημιουργία του έδωσε λύση σε μια σειρά υπολογιστικών προβλημάτων που παρουσιάστηκαν από την εφαρμογή της Διεθνούς Εγκάρσιας Μερκατορικής Προβολής (UTM) στην Ελληνική επικράτεια. Πέραν όμως των τεχνικών του πλεονεκτημάτων, είναι σημαντικό ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα σύγχρονο σύστημα αναφοράς, όπως όλες οι προηγμένες επιστημονικά χώρες, και αποτελεί χρέος μας να το χρησιμοποιούμε. Άλλωστε, ακόμα και τα απλά προγράμματα διαχείρισης δεδομένων GPS το έχουν πλέον καταχωρημένο και είναι βέβαιο ότι στα επόμενα χρόνια θα επικρατήσει καθολικά. Η προβολή του ΕΓΣΑ συντομογραφικά αναφέρεται ως TM87. Κλίμακα Χάρτη Η αναλογία μιας μονάδας μήκους στο χάρτη και του αντίστοιχου μήκους στο πραγματικό έδαφος ονομάζεται κλίμακα χάρτη και διακρίνεται σε αριθμητική και γραφική. Στην αριθμητική κλίμακα η αναλογία αυτή εκφράζεται με ένα κλάσμα που έχει για αριθμητή μια μονάδα μετρήσεως στο χαρτί (π.χ. εκατοστά ή χιλιοστά) και για παρονομαστή την πραγματική απόσταση που η μονάδα αυτή αντιπροσωπεύει στο έδαφος. Όσο μικρότερος είναι ο παρονομαστής τόσο μεγαλύτερη είναι η κλίμακα του χάρτη και αντιστρόφως. Έτσι η κλίμακα 1:25.000, σημαίνει πως 1 μονάδα μήκους στο χάρτη, αντιστοιχεί σε 25.000 μονάδες μήκους στο έδαφος, δηλαδή 1cm στο χάρτη, αντιστοιχεί σε απόσταση 25.000cm (ή 250m) στο έδαφος. Είναι προφανές ότι σε ένα χάρτη με κλίμακα 1:50.000 η ίδια απόσταση (1cm) θα αντιστοιχεί σε απόσταση 50.000cm (ή 500m) στο έδαφος. Έτσι ο χάρτης 1:25.000 μας δίνει με διπλάσια λεπτομέρεια την μορφολογία του εδάφους, σε σύγκριση με τον 1:50.000 και για αυτό θεωρείται ιδανικός για ορεινή πεζοπορία. Από την άλλη πλευρά, η κλίμακα 1:50.000 μας δίνει μια πιο ευκρινή γενική άποψη του εδάφους και επίσης οι ισοϋψείς καμπύλες (που είναι από τα βασικότερα σύμβολα) καθορίζονται καλύτερα. Στη γραφική κλίμακα η αναλογία σμίκρυνσης του χάρτη σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον εκφράζεται γραφικά με τον σχεδιασμό μιας ευθείας γραμμής, η οποία υποδιαιρείται σε τμήματα που αντιστοιχούν σε αποστάσεις στο χάρτη. Το πλεονέκτημα της γραφικής κλίμακας σε σχέση με την αριθμητική, είναι ότι αν σμικρύνουμε ή μεγεθύνουμε το χάρτη (και ταυτόχρονα τη γραμμή της κλίμακας), τότε η αριθμητική κλίμακα θα αλλάξει ενώ η γραφική όχι. Κατά την διάρκεια του προσανατολισμού, μεταφέρουμε το χάρτη μέσα σε μια διάφανη αδιάβροχη θήκη με ιμάντα που κρεμάμε επάνω μας, για άμεση πρόσβαση στη χρήση και καλύτερη προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Μέτρηση Αποστάσεων
Άπαξ και γνωρίζουμε την κλίμακα του χάρτη, είναι σχετικά εύκολο να υπολογίσουμε την απόσταση μεταξύ δυο σημείων: με το υποδεκάμετρο της πυξίδας μας μετράμε την απόσταση σε χιλιοστά (mm) ή εκατοστά (cm) και στη συνέχεια τη μετατρέπουμε στην αντίστοιχη απόσταση στο έδαφός. Κάποιες πυξίδες όπως οι Silva, διαθέτουν και υποδεκάμετρα με τις γραφικές κλίμακες 1:25.000 & 1:50.000, ώστε να μπορούμε να κάνουμε κατευθείαν την αναγωγή της απόστασης που μετράμε στο χάρτη, με την απόσταση στο φυσικό περιβάλλον. Ισοϋψείς καμπύλες Η αντιστοιχία του τρισδιάστατου γεωγραφικού ανάγλυφου πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια, όπως απαιτείται για τη δημιουργία ενός χάρτη, γίνεται με το σχεδιασμό ισοϋψών καμπύλων. Οι ισοϋψείς είναι νοητές γραμμές που ενώνουν σημεία ίδιου ύψους από την επιφάνεια της θάλασσας και εφόσον ξέρουμε να τις διαβάζουμε, μας δίνουν με ακρίβεια τη μορφολογία του εδάφους. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι μια ισοϋψής καμπύλη αντιπροσωπεύει την τομή ενός οριζόντιου επίπεδου με την επιφάνεια του εδάφους. Η μοναδική πραγματική ισοϋψής, από την οποία όλες οι υπόλοιπες έχουν προέλθει, είναι η ακτογραμμή. Ανυψώνοντας θεωρητικά το επίπεδο της θάλασσας κατά 20m, έχουμε την δημιουργία νέων «ακτογραμμών» ή αυτό που καλούμε ισοϋψών καμπύλων, κάθε μια από τις οποίες βρίσκεται 20m ψηλότερα από την άλλη. Η υψομετρική διαφορά μεταξύ δύο ισοϋψών καμπύλων λέγεται ισοδιάσταση χάρτη. Κοιτάζοντας την κατανομή των ισοϋψών ενός χάρτη, θα πρέπει να μπορούμε να χτίσουμε μέσα στο μυαλό μας ένα τρισδιάστατο μοντέλο της μορφολογίας του εδάφους. Όσο πιο πυκνές είναι οι ισοϋψείς τόσο πιο μεγάλη (απότομη) είναι η κλίση του εδάφους. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχει ένας περιορισμός στις πληροφορίες που μας δίνουν οι ισοϋψείς, εξαιτίας της απεικόνισης της μορφής του εδάφους σε συγκεκριμένα μόνο επίπεδα π.χ. για όλα τα σημεία που βρίσκονται 20m πάνω από την θάλασσα. Δεν δίνουν όμως πληροφορίες για το τι βρίσκεται στα ενδιάμεσα σημεία (π.χ. στα 12m). Είναι λοιπόν πιθανό μικρά μορφολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. ένας βράχος 7m) να παραλείπονται εντελώς, γιατί τυχαίνει να πέφτουν μεταξύ δύο ισοϋψών. Ανάλογα με την κατανομή των ισοϋψών, μπορείτε να συσχετίσετε συγκεκριμένα εδαφολογικά χαρακτηριστικά όπως ράχες, κόψεις, κοιλάδες, διάσελα, χαράδρες, κοίλες ή κυρτές πλαγιές κλπ. Ένας μνημονικός κανόνας για να αναγνωρίζετε την μορφολογία του εδάφους πάνω στο χάρτη είναι ο εξής: – όταν βρίσκεστε πάνω σε μια ισοϋψή καμπύλη που δείχνει προς τα εκεί που το υψόμετρο ανεβαίνει, τότε στο σημείο αυτό το έδαφος είναι κοίλο (ρέμα). – όταν βρίσκεστε πάνω σε μια ισοϋψή καμπύλη που δείχνει προς τα εκεί που το υψόμετρο κατεβαίνει, τότε στο σημείο αυτό το έδαφος είναι κυρτό (ράχη).

Μέτρηση της Κλίσης : Αναφέραμε ήδη ότι όσο πιο κοντά είναι οι ισοϋψείς η μια στην άλλη, τόσο πιο απότομη είναι και η κλίση του εδάφους. Το πόσο απότομη είναι όμως αυτή η κλίση, αποτελεί ερώτημα πρωταρχικής σημασίας για τον ορειβάτη.

Η κλίση μπορεί να μετρηθεί με δύο τρόπους :

Α. Σε μοίρες, μετρώντας τη γωνία που σχηματίζεται μεταξύ της πλαγιάς και του οριζόντιου επίπεδου. Επί τόπου αυτό δεν είναι εύκολο να μετρηθεί, εάν δεν διαθέτουμε κλισίμετρο (υπάρχει ενσωματωμένο σε κάποιες πυξίδες).

Β. Σε εκατοστιαίο ποσοστό (%) συγκρίνοντας τα κατακόρυφα και οριζόντια στοιχεία της. Το νούμερο που προκύπτει εκφράζει το πόσες κάθετες μονάδες (π.χ. mm, cm κλπ) ανεβαίνουμε ανά εκατό οριζόντιες.

Έτσι μια πλαγιά με κλίση 20%, σημαίνει ότι για κάθε 20 μονάδες κάθετης απόστασης έχουμε 100 μονάδες οριζόντιας, ενώ κλίση 100% σημαίνει ότι η πλαγιά έχει 100 μονάδες τόσο οριζόντια όσο και κάθετα. Κλίσεις άνω των 45ο αντιπροσωπεύουν ποσοστό που υπερβαίνει το 100%, ενώ σε πολύ μεγάλες κλίσεις (πάνω από 90ο) το ποσοστιαίο σύστημα δεν βρίσκει εφαρμογή αφού το ποσοστό τείνει στο άπειρο. Επί χάρτου υπολογίζουμε την κλίση, μετρώντας τον αριθμό των ισοϋψών που περιλαμβάνονται σε 1cm της πλαγιάς που θέλουμε να εξετάσουμε, π.χ. αν σε μια περιοχή ενός χάρτη 1:50.000 με ισοδιάσταση 20m, βρούμε σε 1cm 4 ισοϋψείς καμπύλες, τότε έχουμε: 4 ισοϋψείς σε 1cm = 500m (απόσταση εδάφους) 8 ισοϋψείς σε 2cm = 1000m 8 ισοϋψείς = 160m υψομετρικής διαφοράς (20m για κάθε ισοϋψή) Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 160m υψομετρικής διαφοράς έχουμε 1.000m οριζόντιας απόστασης, άρα το εκατοστιαίο ποσοστό είναι: 160/1.000 = 16% που σημαίνει 16 κάθετες μονάδες για κάθε 100 οριζόντιες. Στην πράξη με τις πιο συνηθισμένες κλίμακες των χαρτών 1: 50.000 ή 1:25.000, σε κάποια σημεία είναι αδύνατον να συμπεριληφθούν όλες οι ισοϋψείς, γιατί δεν υπάρχει αρκετός χώρος με αποτέλεσμα σε κάποια σημεία να ταυτίζονται η μια με την άλλη. Στα σημεία αυτά, είναι καλύτερα όταν
υπολογίζουμε την κλίση να βασιζόμαστε στις πιο έντονες ισοϋψείς που υποδηλώνουν υψομετρική διαφορά 100m.

ΚΛΙΣΗ ΠΛΑΓΙΑΣ

Μοίρες, Ποσοστό %, Περιγραφή της Πλαγιάς

5ο          9% Ομαλή πλαγιά που αντιστοιχεί με ελαφρά ανηφορικό δρόμο

10ο      18% Αρκετά ανηφορικός δρόμος – εύκολη πλαγιά για σκι

15ο      27% Πολύ καλή πλαγιά για σκι – όριο ανηφορικού δρόμου

20ο      36% Επιλογή διαδρομής στην ανάβαση. Με σκληρό χιόνι ή πάγο χρειάζεται προσοχή

25ο      47% Ίσως αρχίζει ελικοειδής ανάβαση – Αρκετά επικλινής πλαγιά για σκι

30ο      58% Ελικοειδής ανάβαση (ζίκ-ζάκ), αλλά κατάβαση σε ευθεία. Μπαίνουμε σε κλίσεις που αρχίζουν χιονοστιβάδες

35ο      70% Επιλογή ανάβασης & κατάβασης – Για την προώθηση αρχίζουν να χρησιμοποιούνται και τα χέρια (πιάσιμο βράχων-scrambling)

40ο      84% Προσοχή στην Κατάβαση – Σχεδόν μέγιστη γωνία θέσης ξεκούρασης

45ο     100% Βαθμολόγηση διαδρομών χιονιού – πάγου

50ο     119% Κλίση κάτω από κορνίζες – Σχεδόν μέγιστη γωνία στήριξης πετρών

55ο     143% Απότομες σχοινιές αναρρίχησης πάγου

60ο     173% Εξαιρετικά απότομες αναρριχήσεις σε βράχο ή πάγο

70ο     275% Τα χέρια αγγίζουν το χιόνι ή τον πάγο όταν προταθούν οριζόντια

Προσανατολισμός Χάρτη Από τι στιγμή που ο χάρτης είναι ένα λεπτομερές σχέδιο (κάτοψη) του πραγματικού εδάφους, μπορούμε να αναγνωρίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε στο γύρω φυσικό περιβάλλον (κορυφές, διάσελα κλπ), αρκεί να τον τοποθετήσουμε έτσι ώστε η δική μας θέση να αποτελεί το κεντρικό σημείο. Εάν τα χαρακτηριστικά του ανάγλυφου δεν είναι ορατά, τότε προσανατολίζουμε το χάρτη με το βορά με τη βοήθεια της πυξίδας. Έτσι μπορούμε να επιλέξουμε μια διαδρομή για να βρούμε ένα σημείο που μπορεί να μην βλέπουμε. Η διαδικασία αυτή καλείται προσανατολισμός χάρτη και αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές τεχνικές ανάγνωσης του χάρτη. Εάν ακολουθούμε μια διαγεγραμμένη πορεία (π.χ. μονοπάτι), συνήθως δεν χρειάζεται να αναγνωρίσουμε άλλα σημεία, απλά γυρνάμε το χάρτη μας, μέχρι η γραμμή του μονοπατιού στο χάρτη να συμβαδίσει με το σημείο πάνω στο οποίο κινούμαστε. Η εμφάνιση χαρακτηριστικών σημείων (π.χ. πηγές, κτίσματα κλπ), επιβεβαιώνουν την πραγματική μας θέση πάνω στο μονοπάτι. Συνηθίστε να περπατάτε με τον χάρτη προσανατολισμένο, έτσι ώστε να αναγνωρίζεται τα σημεία του χάρτη με αυτά που υπάρχουν στο φυσικό περιβάλλον. Η τεχνική αυτή χρειάζεται εξάσκηση γιατί τα γράμματα μπορεί να διαβάζονται ανάποδα, αλλά είναι πολύ χρήσιμη για την εξοικείωση σας με τον προσανατολισμό.

Μαγνητικό Πεδίο Η γη συμπεριφέρεται σαν ένας γιγαντιαίος μαγνήτης. Λιωμένος σίδηρος και νικέλιο ρέουν στο γήινο εξωτερικό πυρήνα, προκαλώντας ηλεκτρικό ρεύμα. Ο ηλεκτρισμός αυτός δημιουργεί ένα μαγνητικό πεδίο που καθορίζεται από αόρατες δυναμικές γραμμές γύρω από τη γη και λέγεται μαγνητόσφαιρα. Όσο πυκνότερες είναι οι μαγνητικές γραμμές σε μια περιοχή, τόσο ισχυρότερη είναι και η ένταση του μαγνητικού πεδίου. Η μαγνητόσφαιρα εκτείνεται για 60.000km μέσα στο διάστημα προστατεύοντας τη γη από μερικά πολύ βλαβερά σωματίδια του ηλίου. Μαγνητικός & Πραγματικός Βορράς Δυστυχώς για τους χρήστες των χαρτών ο μαγνητικός βόρειος πόλος μπορεί να γειτονεύει με τον γεωγραφικό βόρειο πόλο, αλλά δεν συμπίπτει. Μάλιστα βρίσκεται περίπου 1.000km νοτιότερα από αυτόν, κάπου βόρεια του Hudson Bay στον Καναδά. Ακόμα χειρότερα ο μαγνητικός βορράς δεν είναι ένα συγκεκριμένο σημείο, αλλά αλλάζει με την πάροδο των χρόνων. Ευτυχώς η κίνηση είναι πολύ μικρή και μπορούμε με την κατάλληλη προσαρμογή, να υπολογίσουμε την απόκλιση. Κάποιες πυξίδες προσαρμόζονται κατάλληλα για να λαμβάνουν υπόψη την μαγνητική απόκλιση, έτσι ώστε άπαξ και την προσαρμόσουμε στη συνέχεια δεν χρειάζεται να τροποποιούμε τις μετρήσεις μας. Για την Ελλάδα η απόκλιση είναι 2ο Ε (ανατολικά) και γι’ αυτό δεν λαμβάνεται υπ’ όψη στους υπολογισμούς μας. Σε άλλα όμως σημεία του πλανήτη, η απόκλιση μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για τον σωστό προσανατολισμό (πχ. στη Σκωτία είναι 5ο δυτικά) γι’ αυτό είναι σημαντικό να ξέρουμε να την υπολογίζουμε. Βορράς – Τοποθεσία
Πραγματικός: Βρίσκεται στο γεωγραφικό πόλο, στο σημείο όπου ο άξονας Βορρά-Νότου της γης συναντά την επιφάνεια. Γεωγραφικός: Είναι ο βορράς στον οποίο είναι προσανατολισμένοι οι μεσημβρινοί του χάρτη. Στην πράξη θεωρούμε ότι ταυτίζεται με τον πραγματικό βορρά. Μαγνητικός: Ταυτίζεται με τον Βόρειο μαγνητικό πόλο και είναι αυτός που μας δείχνει η μαγνητική βελόνη της πυξίδας λόγω του μαγνητισμού της γης.

Προσανατολισμός με τα άστρα. Στο βόρειο ημισφαίριο η κατεύθυνση του Βόρειου Πόλου δίνεται από τον Πολικό αστέρα ο οποίος είναι το τελευταίο αστέρι της ουράς της μικρή άρκτου. Για την εύρεση του προεκτείνουμε νοερά την απόσταση των Pointers τέσσερις φορές, προς την κατεύθυνση που είναι η μεγάλη βάση του τραπέζιου. Βρίσκοντας τον πολικό αστέρα, φέρνουμε μια νοητή ευθεία κάθετη προς τον ορίζοντα και το σημείο τομής είναι ο Βορράς.

Προσανατολισμός με το ρολόι & τον ήλιο. Αν μπορείτε να δείτε τον ήλιο μπορείτε επίσης να προσανατολιστείτε με τον εξής τρόπο: – Κρατάτε το ρολόι σας σε οριζόντια θέση – Στρέφετε το ρολόι ώστε ο δείκτης της ώρας να δείχνει τον ήλιο – Η διχοτόμος της γωνίας που σχηματίζεται μεταξύ του ωροδείκτη και της 12ης ώρας, δείχνει το Νότο. Σε περίπτωση που το ρολόι σας είναι ψηφιακό, σχεδιάστε την ώρα σε ένα φύλλο χαρτί και ακολουθείστε την ίδια μέθοδο.

Πυξίδα : Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βοήθημα στα χέρια του ορειβάτη, ειδικά όταν οι καιρικές συνθήκες είναι άσχημες. Όπως οι φάλαινες και τα πουλιά χρησιμοποιούν το μαγνητικό πεδίο της γης για να προσανατολίζονται στην πορεία τους, έτσι και οι ορειβάτες χρησιμοποιούν τον ίδιο τρόπο για να βρίσκουν το βορρά ή το νότο μέσω των ενδείξεων που προκαλεί το μαγνητικό πεδίο της γης, σε ένα απλό όργανο που λέγεται πυξίδα. Η Κινέζοι θεωρούνται ότι ανακάλυψαν την αρχή της πυξίδας πριν από 5.000 χρόνια και οι βασικές της αρχές παραμένουν οι ίδιες ακόμα και σήμερα αφού δεν είναι τίποτα άλλο από μια μεταλλική βελόνα, η οποία μαγνητίζεται εξαιτίας των μαγνητικών πεδίων της γης και δείχνει προς τον πλησιέστερο μαγνητικό πόλο (βόρειο ή νότιο ανάλογα με το ημισφαίριο).

Συνοπτικά με την πυξίδα μπορούμε να κάνουμε τα εξής: – Προσανατολισμό χάρτη – Μέτρηση αποστάσεων στο χάρτη – Μέτρηση γωνιών στο χάρτη σε σχέση με το γεωγραφικό βορρά (αζιμούθιο) – Διοπτεύσεις δηλ. μετρήσεις γωνιών στο φυσικό περιβάλλον σε σχέση με τον μαγνητικό βορρά (αζιμούθιο) Χαρακτηριστικά της Πυξίδας Γενικά όσο πιο πολύπλοκη είναι μια πυξίδα τόσο πιο δύσχρηστη γίνεται. Ιδανικές για ορειβασία θεωρούνται οι πυξίδες τύπου Silva ενώ οι πρισματικές παρότι έχουν μεγαλύτερη ακρίβεια στις διοπτεύσεις, δεν προτιμώνται από τους ορειβάτες γιατί είναι δύσχρηστες κυρίως στις μετρήσεις επί χάρτου (πρέπει να διαθέτουμε μοιρογνωμόνιο κλπ). Η πυξίδα του ορειβάτη πρέπει να είναι ανθεκτική, ελαφριά και εύκολη στη χρήση κάτω από αντίξοες συνθήκες (πχ. όταν φοράμε γάντια). Η μαγνητική της βελόνη πρέπει να επιπλέει σε νερό για να μπορεί να μετακινείται γρήγορα όταν η πυξίδα περιστρέφεται. Επίσης πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί γρήγορα και εύκολα ως μοιρογνωμόνιο για τη μέτρηση γωνιών στο χάρτη, καθώς και να δίνει μια καθαρή ένδειξη της πορείας, όταν ακολουθούμε μια μέτρηση. Οι αριθμοί και οι υποδιαιρέσεις πρέπει να είναι καθαρά ευανάγνωστες και καλό είναι να έχει κάποια μέσα, ώστε να φωτίζεται το βράδυ χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε φακό. Γι’ αυτό το λόγω πολλές πυξίδες έχουν κάποια φωσφόριζε τμήματα στη βόρεια άκρη της μαγνητικής βελόνας, στο βέλος προσανατολισμού και στην κατεύθυνση του βέλους πορείας. Πρέπει να έχει τουλάχιστον ένα υποδεκάμετρο κατά μήκος κάποιας πλευράς για να μπορούμε να μετρήσουμε αποστάσεις στο χάρτη. Ορισμένα μοντέλα διαθέτουν και ένα μικρό καθρέφτη, που μας επιτρέπει να βλέπουμε καλύτερα τις ενδείξεις όταν κάνουμε σκοπεύσεις (μετρήσεις γωνιών) στο φυσικό περιβάλλον. Χρήση της πυξίδας Από τη στιγμή που η βελόνα της πυξίδας είναι μαγνητική, αντιδρά στο μαγνητικό πεδίο της γης, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλο μεταλλικό αντικείμενο που είναι αρκετά μεγάλο ή αρκετά κοντά ώστε να επηρεάσει την λειτουργία της, κάνοντας τη μαγνητική της βελόνη να αποκλίνει από τον σωστό προσανατολισμό. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να κρατάτε την πυξίδα μακριά από μεταλλικά αντικείμενα πχ. πιολέ, ρολόγια, κάμερες, κινητά, συρματοπλέγματα κλπ. Ακόμα και κάποιοι συγκεκριμένοι τύποι βράχου, μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία της πυξίδας, αποτελούν όμως συνήθως πιο σπάνιες περιπτώσεις. Αζιμούθιο Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η πυξίδα εκτός από το να μας δείχνει το βορρά, χρησιμοποιείτε και σαν μοιρογνωμόνιο για τη μέτρηση γωνιών, τόσο στο χάρτη όσο και στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό γίνεται μέσω ενός περιστρεφόμενου δίσκου (γωνιόμετρο ή ανεμολόγιο) που είναι τοποθετημένο πάνω στη βάση της και χωρίζεται σε 360ο. Το αποτέλεσμα της μέτρησης αυτής εκφράζεται σε μοίρες και λέγεται αζιμούθιο. Αζιμούθιο στο φυσικό περιβάλλον Είναι η δεξιόστροφη γωνία που σχηματίζεται μεταξύ του βορά που δείχνει η μαγνητική βελόνη (μαγνητικού βορρά) και του σημείου που σκοπεύουμε με την πυξίδα (διόπτευση).

Αζιμούθιο στο χάρτη : Είναι η δεξιόστροφη γωνία που σχηματίζεται μεταξύ του βορρά του χάρτη και του σημείου που θέλουμε να μετρήσουμε (εκεί που δείχνει το βέλος πορείας της πυξίδας). Σε αυτή την περίπτωση δεν μας ενδιαφέρει η ένδειξη της μαγνητικής βελόνης. Προσανατολισμός χάρτη με την πυξίδα Γρήγορη μέθοδος Σε χαμηλή ορατότητα είναι χρήσιμο να μπορούμε να προσανατολίσουμε το χάρτη γρήγορα με την πυξίδα. Για να το πετύχουμε, τοποθετούμε την πυξίδα μας πάνω στο χάρτη και γυρνάμε μαζί χάρτη και πυξίδα μέχρι το κόκκινο άκρο της μαγνητικής βελόνης να μας δείξει το βορρά του χάρτη. Ακριβής μέθοδος Τοποθετούμε την μια της πλευρά πάνω στους παράλληλους βορρά-νότου. Στη συνέχεια περιστρέφουμε το χάρτη έτσι ώστε η μαγνητική βελόνη να γυρίσει και να δείχνει το βέλος πορείας της πυξίδας. Τότε ο χάρτης έχει προσανατολισθεί με το βορρά. Προσοχή! Αν βρισκόμαστε εκτός Ελλάδος σε περιοχή που η μαγνητική απόκλιση είναι μεγαλύτερη από 2ο, τότε θα πρέπει οπωσδήποτε να την λάβουμε υπόψη στους υπολογισμούς μας. Ακολουθώντας μια πορεία Γρήγορη μέθοδος Για να ακολουθήσουμε μια πορεία από το σημείο Α στο σημείο Β με το χάρτη προσανατολισμένο τοποθετούμε την πυξίδα μας πάνω στο χάρτη έτσι ώστε το βέλος πορείας της να είναι παράλληλο με την κατεύθυνση που θέλουμε να ακολουθήσουμε. Η μια πλευρά της πυξίδας ακουμπάει πάνω στη γραμμή Α-Β και το βέλος πορείας να δείχνει από το Α προς το Β. Κρατώντας σταθερά με τον αντίχειρα από πάνω και τα δάχτυλα από κάτω την πυξίδα πάνω στο χάρτη, περιστρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας έως ότου ο βορράς της μαγνητικής βελόνης να συμπέσει με τον βορά του χάρτη. Αυτή η απλή και πρακτική μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν δεν απαιτείται μεγάλη ακρίβεια. Ακριβής μέθοδος Αν θέλουμε να ακολουθήσουμε μια πορεία με ακρίβεια, μετράμε με το γωνιόμετρο της πυξίδας το αζιμούθιο πάνω στο χάρτη και στη συνέχεια το ακολουθούμε στο φυσικό περιβάλλον. Τοποθετούμε τη μια πλευρά της πυξίδας πάνω στη γραμμή Α-Β με το βέλος πορείας να δείχνει το σημείο προορισμού μας. Στη συνέχεια κρατάμε τη βάση της πυξίδας σταθερά πάνω στο χάρτη και περιστρέφουμε το γωνιόμετρο (ανεμολόγιο) έτσι ώστε οι βοηθητικές γραμμές της πυξίδας, να είναι παράλληλες με τις γραμμές βορρά-νότου του χάρτη με το βέλος προσανατολισμού (κόκκινο διαγραμμισμένο) να δείχνει προς το βορρά του χάρτη. Οι μοίρες μεταξύ του βορρά του χάρτη και της κατεύθυνσης που θέλουμε να μετρήσουμε διαβάζονται στο σημείο που το βέλος πορείας τέμνει το γωνιόμετρο. Στη συνέχεια αποσύρουμε την πυξίδα από το χάρτη και προσθέτουμε ή αφαιρούμε τις μοίρες της μαγνητικής απόκλισης ανάλογα με το αν αυτή είναι δυτική ή ανατολική. Μαγνητική απόκλιση Ένας μνημονικός κανόνας για να θυμόμαστε πότε προσθέτουμε και πότε αφαιρούμε την μαγνητική απόκλιση, είναι για παράδειγμα το: «Α, Α, Αφαιρώ» που σημαίνει ότι στην: Α (ανατολική), Α (απόκλιση), Αφαιρώ (τις μοίρες της απόκλισης). Αυτό ισχύει για αζιμούθια που μετράμε πάνω στο χάρτη και θέλουμε να τα ακολουθήσουμε στο φυσικό περιβάλλον (από το χάρτη στην πυξίδα). Εάν η απόκλιση ήταν δυτική, θα έπρεπε να την προσθέσουμε στο αζιμούθιο που μετρήσαμε. Όσον αφορά μετρήσεις που παίρνουμε στο φυσικό περιβάλλον και θέλουμε να τις μεταφέρουμε στο χάρτη, προσθέτουμε ή αφαιρούμε την απόκλιση αντίστροφα από ότι στους υπολογισμούς μας από την πυξίδα στο χάρτη. Παράδειγμα: Βρισκόμαστε σε μια περιοχή της γης όπου ο τοπικός χάρτης μας πληροφορεί ότι η μαγνητική απόκλιση είναι 5ο ανατολικά. Μετράμε πάνω στο χάρτη το αζιμούθιο για του σημείου που μας ενδιαφέρει και βρίσκουμε ότι είναι 100ο μοίρες. Για να ακολουθήσουμε αυτή τη μέτρηση στο φυσικό περιβάλλον θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την μαγνητική απόκλιση της περιοχής και να αφαιρέσουμε 5ο. Οπότε: 100ο-5ο = 95ο. Άρα το σωστό αζιμούθιο που πρέπει να ακολουθήσουμε στο φυσικό περιβάλλον, για να κατευθυνθούμε με ακρίβεια στο σημείο που μας ενδιαφέρει, είναι 95 μοίρες και όχι 100. Απόκλιση από την πορεία μας Όταν ακολουθούμε ένα αζιμούθιο με την πυξίδα χωρίς να βασιζόμαστε καθόλου σε μορφολογικά στοιχεία του εδάφους, είναι εύκολο να παρεκκλίνουμε της πορείας μας. Συχνό φαινόμενο είναι η παρέκκλιση προς την κατηφορική πλευρά μιας πλαγιάς που τραβερσάρουμε. Επίσης όταν επικρατεί δυνατός άνεμος η πορεία μας τείνει να παρεκκλίνει προς την κατεύθυνση του.

Από το φυσικό περιβάλλον στο χάρτη. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα χρειαστεί να πάρουμε μια μέτρηση με την πυξίδα μας στο φυσικό περιβάλλον και να τη μεταφέρουμε στο χάρτη, όπως όταν: – θέλουμε να βρούμε το όνομα κάποιας κορυφής ή κάποιου άλλου στοιχείου που βλέπουμε – θέλουμε να προσδιορίσουμε τη θέση μας πάνω στο χάρτη με βάση μορφολογικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος που βλέπουμε και ταυτόχρονα μπορούμε να τα αναγνωρίσουμε στο χάρτη Όποιος και αν είναι o λόγος η τεχνική είναι η ίδια: 1. Στοχεύουμε με την πυξίδα μας το σημείο που έχουμε επιλέξει, με το βέλος πορείας να δείχνει αυτό το σημείο. 2. Κρατώντας την πυξίδα σε οριζόντια θέση, περιστρέφουμε το γωνιόμετρο μέχρι το βέλος προσανατολισμού του γωνιόμετρου να ταυτιστεί με την μαγνητική βελόνη. Ο αριθμός που δίνεται στη βάση του βέλους πορείας, είναι η γωνία μεταξύ μαγνητικού βορρά και της γραμμής του αντικειμένου που έχουμε επιλέξει (π.χ. 295ο μαγνητικό αζιμούθιο). 3. Μετατρέπουμε το μαγνητικό αζιμούθιο σε αζιμούθιο του χάρτη προσθέτοντας ή αφαιρώντας την μαγνητική απόκλιση και βάζουμε αυτό τον αριθμό στην πυξίδα μας π.χ. για απόκλιση 5ο δυτικά έχουμε: 295ο-5ο = 290ο αζιμούθιο χάρτη. Από εδώ και πέρα δεν ξαναμετακινούμε το γωνιόμετρο. 4. Τοποθετούμε την πυξίδα πάνω στο χάρτη σε τέτοια θέση, ώστε το βέλος προσανατολισμού και οι βοηθητικές γραμμές του γωνιόμετρου να είναι παράλληλες προς τις γραμμές βορρά-νότου του χάρτη. Προσοχή ! το βέλος να δείχνει το βορρά του χάρτη. 5. Μετακινούμε την πυξίδα μας πάνω στο χάρτη τοποθετώντας μια από τις μακριές πλευρές της, να ακουμπάει ακριβώς το σημείο που έχουμε επιλέξει ή τη θέση στην οποία βρισκόμαστε (όποιο από τα δύο είναι γνωστό). 6. Εάν προσπαθούμε να αναγνωρίσουμε ένα σημείο π.χ. μία κορυφή ξέρουμε τώρα ότι αυτή βρίσκετε κάπου κατά μήκος της ακμής της πυξίδας ή στην προέκταση της. Αυτό βέβαια που δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με αυτό τον τρόπο είναι σε ποια απόσταση βρίσκεται αυτό το σημείο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αν προσπαθούμε να προσδιορίσουμε τη δική μας θέση πάνω στο χάρτη με βάση ένα γνωστό σημείο, τότε ξέρουμε ότι θα είμαστε κάπου κατά μήκος της γραμμής της μακριάς πλευράς της πυξίδας αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που μας ορίζει το βέλος πορείας (αντίστροφο αζιμούθιο). Αζιμούθιο αντίθετης κατεύθυνσης : Είναι η μέτρηση από το σημείο που έχουμε επιλέξει προς τη δική μας θέση και έχει διαφορά 180ο από το αζιμούθιο που μετράμε με την πυξίδα μας προς το σημείο αυτό π.χ. αν το αζιμούθιο που παίρνουμε από το σημείο που στεκόμαστε προς μια κορυφή είναι 100ο, τότε το αζιμούθιο της θέσης που στεκόμαστε από την κορυφή είναι: 100ο +180ο = 280ο Στην πράξη δεν χρειάζεται να υπολογίζουμε το αντίστροφο αζιμούθιο, αφού αυτό που θέλουμε είναι μια γραμμή της θέσης μας και αυτό μας το παρέχει η μακριά πλευρά της πυξίδας μας. Το αντίστροφο αζιμούθιο είναι απλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που ορίζεται από το βέλος πορείας.

Προσδιορισμός θέσης με τρία σημεία : Χρειαζόμαστε τουλάχιστον δύο ή κατά προτίμηση τρία γνωστά σημεία για να μπορούμε να προσδιορίσουμε τη θέση μας στο χάρτη. Αυτά τα σημεία δεν θα πρέπει να βρίσκονται στο ίδιο ημιμόριο του κύκλου (ίδιο180ο τόξο ). 1. Παίρνουμε με την πυξίδα μας αζιμούθιο για κάθε ένα από αυτά τα σημεία. 2. Μεταφέρουμε τα αζιμούθια στο χάρτη. 3. Η θέση μας βρίσκεται στο κέντρο ενός μικρού τριγώνου που σχηματίζεται από τις τομές των τριών αυτών γραμμών. Προσοχή! Αν και τα τρία σημεία βρίσκονται στην ίδια πλευρά (ίδιο 180ο τόξο), υπάρχει πιθανότητα ή θέση μας να βρίσκεται εκτός του τριγώνου. Πόσο μακριά έχουμε φτάσει Αν ξέρουμε από πού αρχίσαμε και που βρισκόμαστε στο χάρτη, τότε μετράμε την απόσταση αυτών των δύο σημείων και χρησιμοποιώντας την κλίμακα του χάρτη μπορούμε να υπολογίσουμε πόση απόσταση έχουμε διανύσει. Στην περίπτωση όμως που ξεκινάμε από ένα γνωστό σημείο και θέλουμε να φτάσουμε σε ένα σημείο που δεν φαίνεται (φτωχή ορατότητα κλπ) τότε έκτος από την κατεύθυνση που μας δίνει η πυξίδα, θα πρέπει να υπολογίσουμε και πόση απόσταση πρέπει να προχωρήσουμε μέχρι να το βρούμε.

Η απόσταση αυτή υπολογίζεται με δύο τρόπους: A. υπολογίζοντας το χρόνο (χρονομέτρηση) B. μετρώντας το βηματισμό (βηματομέτρηση)

Α. Χρονομέτρηση : Αν ξέρουμε ή μπορούμε να μαντέψουμε πόσο γρήγορα περπατάμε, μπορούμε να υπολογίσουμε και πόση ώρα θα μας πάρει για να φτάσουμε από το σημείο εκκίνησης στον προορισμό μας. Ο κανόνας του Σκοτσέζου Naismith δίνει ένα μέσο υπολογισμό χρόνου για εξόρμηση μιας μέρας την οποία κάνει ένας σχετικά καλής φυσικής κατάστασης πεζοπόρος. Κανόνας Naismith: 5km/ώρα + 30min για κάθε 300m ανάβασης. Αν εκφράσουμε τα μέτρα ανάβασης με τον αριθμό των ισοϋψών που θα διανύσουμε στο χάρτη τότε χρειαζόμαστε 2min επιπλέον για να διανύσουμε κάθε ισοϋψή (20m) και 10min για κάθε παχιά ισοϋψή (100m). Κατηφορίζοντας Κατά την πορεία μιας μέρας συνήθως παραβλέπουμε την κατηφόρα γιατί θεωρούμε ότι το πλεονέκτημα χρόνου που έχουμε στις εύκολες κατηφόρες ισοψηφίζεται με το χάσιμο χρόνου στις πιο απότομες. Ωστόσο για μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται να υπολογιστεί. Διορθώσεις για μικρές αποστάσεις – ομαλή κατηφόρα: – 10min για κάθε 300m κατάβασης – πολύ απότομη κατηφόρα: + 10min για κάθε 300m κατάβασης Η ταχύτητα με την οποία κινούμαστε επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες από τη φυσική κατάσταση του ατόμου ή της ομάδας, το φορτίο που κουβαλάμε, την μορφολογία του εδάφους, τις καιρικές συνθήκες κλπ. οπότε ο κανόνας του Naismith χρειάζεται ανάλογες προσαρμογές. Ο παρακάτω πίνακας μας δίνει διορθωμένο τον κανόνα του ΝAIMSMITH με βάση το επίπεδο της φυσικής κατάστασης. Αυτός ο πίνακας αναφέρεται στο σύνολο της διαδρομής και όχι στα επιμέρους σκέλη της οι διορθώσεις αφορούν το συνολικό χρόνο μιας αποστολής. Φορτίο 20kg ρίχνει κατά 1 το επίπεδο της φυσικής κατάστασης (π.χ. αν είμαστε στο 15 πάμε στο 20). Οι συνθήκες εδάφους το ρίχνουν 1 ή περισσότερα επίπεδα. Οι καιρικές συνθήκες ρίχνουν κατά 1 επίπεδο για νύχτα ή για αντίθετο άνεμο. Το επίπεδο φυσικής κατάστασης είναι ο χρόνος σε λεπτά που χρειάζεται για να ανέβουμε 300m που αντιστοιχούν σε 800m απόστασης τα οποία διανύουμε με τον κανονικό μας ρυθμό. Μπορούμε να συμπεριλάβουμε και άλλους παράγοντες ρίχνοντας ή ανεβάζοντας το επίπεδο της φυσικής κατάστασης αναλόγως. Για να χρησιμοποιήσουμε τον πίνακα ξεκινάμε από το πάνω μέρος του βρίσκοντας το χρόνο στον οποίο υπολογίζουμε να κάνουμε τη διαδρομή μας από τον κανόνα του Naismith π.χ. 10 ώρες. Ακολουθούμε την κατακόρυφη στήλη προς τα κάτω μέχρι να φτάσουμε στην οριζόντια γραμμή που αναφέρεται στο επίπεδο της φυσικής μας κατάστασης π.χ. το 25. Σε αυτό το παράδειγμα χρειαζόμαστε 13 ώρες και ¼ για να κάνουμε τη διαδρομή μας, δηλαδή 3 ώρες και ¼ παραπάνω από τον κανόνα του Naismith. Αν το επίπεδο της φυσικής μας κατάστασης είναι πάνω από 25 (π.χ. 30, 40 κλπ.) ή αν κουβαλάμε φορτίο 20kg, τότε αυτή η συγκεκριμένη διαδρομή όπως φαίνεται από τον πίνακα είναι πολύ για να την προσπαθήσουμε. Λάθη Γενικά σφάλμα 10% στον υπολογισμό της απόστασης είναι μη αποδεκτό και αν συνδυαστεί με ένα πιθανό λάθος στην κατεύθυνση π.χ. +/- 4ο , βλέπουμε ότι αυξανόμενης της απόστασης, η περιοχή ανάμεσα στην οποία βρίσκεται το σημείο που θέλουμε να φτάσουμε γίνεται πράγματι πάρα πολύ μεγάλη. Για να μειώσουμε το σφάλμα καλό είναι να χωρίζουμε τη διαδρομή σε ξεχωριστά τμήματα, όσο το δυνατό μικρότερα.

Βηματομέτρηση Σε αντίξοες συνθήκες για την εκτίμηση της απόστασης επιβάλετε μια πιο ακριβής μέθοδος υπολογισμού της απόστασης, η βηματομέτρηση. Προφανώς το μήκος βήματος διαφέρει όχι μόνο από άτομο σε άτομο, αλλά επίσης εξαρτάται από τη μορφολογία, την κλίση του εδάφους κλπ. Η ακρίβεια στην βηματομέτρηση έρχεται με το χρόνο, την εμπειρία και την εξάσκηση. Μετράμε διπλό βηματισμό (ένα για κάθε φορά που το ίδιο πόδι ακουμπάει στο έδαφος) (π.χ. ένα στο δεξί..). Κρατάμε τις αποστάσεις που μετράμε, όσο το δυνατόν πιο μικρές. Υπολογίζουμε ατομικά τον βηματισμό μας σε μια ποικιλία εδάφους και κλίσεων.

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΣΤΟΧΟΥ A. μέθοδος σπιράλ B. μέθοδος σκούπας

Μέθοδος σπιράλ : Ας υποθέσουμε ότι ακολουθούμε μια μέτρηση με την πυξίδα μας προς ένα αντικείμενο που βρίσκεται 1km μακριά μας. Υπολογίζουμε ότι η ταχύτητα μας θα είναι 3km την ώρα και δεν χρειάζονται διορθώσεις. Σε 20min ξέρουμε ότι θα βρισκόμαστε στην περιοχή του στόχου μας και θα πρέπει να σταματήσουμε. Αναζητούμε στο χάρτη σημεία που θα μας βοηθήσουν να εντοπίσουμε το στόχο μας, τα οποία όμως αν δεν υπάρχουν θα πρέπει να εφαρμόσουμε ένα σύστημα ελέγχου της περιοχής, έτσι ώστε να εντοπίσουμε το στόχο μας. Με δεδομένο ότι το λάθος μας δεν ξεπερνάει τις +/- 4ο στην κατεύθυνση και +/- 10% στην απόσταση που διανύθηκε, δημιουργείται μια περιοχή 200m x 140m, που με βεβαιότητα ή σχεδόν με βεβαιότητα περιλαμβάνει το στόχο μας. Θα πρέπει να αντισταθούμε στον πειρασμό να προχωρήσουμε προς την πιο πιθανή κατεύθυνση, γιατί σε περίπτωση λάθους τα πράγματα περιπλέκονται. Η πιο αποτελεσματική μέθοδος είναι να κινηθούμε υπό την έννοια ενός τετραγωνισμένου σπιράλ από εκεί που ουσιαστικά έχουμε σταματήσει. Ακολουθούμε τα παρακάτω βήματα: 1. Διανύουμε προς κάποια κατεύθυνση (κατά προτίμηση βορρά, νότο, ανατολή ή δύση) απόσταση ίση με την ορατότητα μας. 2. Στρίβουμε 90ο δεξιά και ψάχνουμε σε απόσταση ίση με δύο φορές την ορατότητα μας. 3. Στρίβουμε 90ο δεξιά και ψάχνουμε για μια απόσταση τρεις φορές την ορατότητα μας. 4. Συνεχίζουμε έτσι στρίβοντας δεξιά 90ο και κάθε φορά αυξάνουμε το μήκος της επόμενης ευθείας, κατά μια απόσταση ίση με την ορατότητα μας μέχρι να βρούμε το στόχο. Η πορεία που ακολουθούμε με αυτόν τον τρόπο, είναι τέτοια ώστε όπου και να βρίσκεται ο στόχος θα γίνει ορατός από κάποιο σημείο του σπιράλ στο οποίο βρισκόμαστε. Για να απλοποιήσουμε τα πράγματα το αρχικό μας αζιμούθιο θα πρέπει να είναι ο μαγνητικός βορράς, νότος, ανατολή ή δύση. Αυτό μας διευκολύνει επίσης να επιστρέψουμε στο αρχικό μας σημείο αν δεν βρούμε το στόχο μας μέσα σε μια λογική ώρα. Η μέθοδος αυτή είναι πολύ απλή και έχει το πλεονέκτημα ότι όσο μικρότερο λάθος έχουμε κάνει τόσο πιο γρήγορα θα φτάσουμε στο στόχο μας.

Μέθοδος σκούπας : Όταν είμαστε περισσότερα άτομα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την μέθοδο σκούπας. Φτιάχνουμε μια γραμμή ώστε να έχουμε οπτική επαφή ο ένας με τον άλλο και οργώνουμε την περιοχή μπροστά και πίσω μέχρι να βρεθεί ο στόχος.

Προσανατολισμός πλαγιάς : Αν έχουμε χαθεί, ο προσανατολισμός της πλαγιάς μπορεί να μας δώσει τη λύση. Στο διπλανό σχήμα το μόνο που ξέρουμε είναι ότι βρισκόμαστε κάπου μέσα σε αυτό το τετραγωνικό χιλιόμετρο. Παίρνουμε μια μέτρηση με την πυξίδα κατευθείαν προς τα κάτω στην πλάγιά. Αν είναι 270ο (West) τότε πρέπει να βρισκόμαστε κάπου στη γραμμή W-W. Αν είναι 135ο (SouthEast) θα πρέπει να βρισκόμαστε κάπου κατά μήκος της γραμμής SE-SE. Αν είναι 360ο πρέπει να είμαστε στη γραμμή N-N. Αν είμαστε σε οριζόντιο επίπεδο τότε θα πρέπει να βρισκόμαστε στο διάσελο. Όπου και να βρισκόμαστε, ο προσανατολισμός της πλαγιάς θα μας ορίσει κάποια ευθεία της θέσης μας. Το να γνωρίζουμε τον προσανατολισμό της πλαγιάς είναι μια βασική αλλά συχνά παραμελημένη δεξιότητα του προσανατολισμού.

Παράκαμψη Η πορεία μας μεταξύ δύο σημείων δεν είναι πάντα ευθεία, κάποια στιγμή θα χρειαστεί να παρακάμψουμε. Συνήθως είναι ασφαλές να κάνουμε παράκαμψη όταν έχουμε καλή ορατότητα. Ωστόσο εάν δεν έχουμε καλή ορατότητα ή σημεία αναφοράς, τότε ίσως χρειαστεί να κάνουμε παράκαμψη κινούμενοι σε μια σειρά από ευθείες γραμμές χρησιμοποιώντας την μέθοδο της βηματαμέτρησης και την πυξίδα μας. Άλλοτε η ευθεία διαδρομή που προϋποθέτει direct ανάβαση, δεν είναι απαραίτητα συντομότερη από τον μακρύτερο δρόμο της παράκαμψης. Είδαμε ότι κάθε παχιά ισοϋψής (100m) σημαίνει ένα επιπλέον δεκάλεπτο στο χρόνο μας. Σε 10min μπορούμε να διανύσουμε 834m σε επίπεδο έδαφος (με ταχύτητα 5km/ώρα), οπότε έχουμε περιθώριο παράκαμψης 800m για κάθε παχιά ισοϋψή Ας πάρουμε την περίπτωση που η απευθείας διαδρομή μας (Α-Β = 1.000m), περνάει από μια κορυφή και απαιτεί ανάβαση τριών παχιών ισοϋψών. Εάν παρακάμψουμε την κορυφή και ακολουθήσουμε περιμετρική διαδρομή σε χαμηλότερο υψόμετρο, τότε θα έχουμε περιθώριο: 3x800m = 2.400m επιπλέον των 1.000m της απόστασης Α-Β. Δηλαδή μια συνολική απόσταση παράκαμψης 3.400m. Με άλλα λόγια έχετε περιθώριο να διανύσετε παραπάνω από το τριπλάσιο της απόστασης Α-Β, στον ίδιο χρόνο που θα κάνατε περνώντας από την κορυφή. Ακολουθώντας μορφολογικά χαρακτηριστικά Κατά τη διαδρομή μας καλό είναι να επιβεβαιώνουμε χαρακτηριστικά σημάδια τα οποία συναντάμε στο φυσικό περιβάλλον με αυτά του χάρτη. Εάν έχουμε τη δυνατότητα ακολουθούμε οποιοδήποτε καλά οριοθετημένο σημείο, το οποίο μας οδηγεί προς την γενική μας κατεύθυνση όπως ένας φράκτης, ένα μονοπάτι, ένα ρέμα κλπ.

Αλλάζοντας στόχο : Ας υποθέσουμε ότι στοχεύουμε την καλύβα στο διπλανό σχήμα (□) από μια γνωστή θέση (x). Η καλύβα είναι 600m μακριά με μια μαγνητική μέτρηση 350ο. Αν πάρουμε την απευθείας διαδρομή με κακή ορατότητα έχουμε μεγάλη πιθανότητα να μην τη βρούμε καθόλου (route C). Αντί γι’ αυτό μπορούμε να σκοπεύσουμε προς το σίγουρο χαρακτηριστικό που είναι η στροφή του ποταμού, από την οποία μπορούμε να φτάσουμε στην καλύβα με βηματομέτρηση και την πυξίδα μας (route A). Η κοίτη του ποταμού ονομάζεται σημείο επίθεσης (attack point). Δε στοχεύουμε απευθείας την καμπή του ποταμού (route B) γιατί μια μικρή παρέκκλιση μπορεί να μας κάνει να τη χάσουμε. Σκοπεύουμε κάποιες μοίρες δυτικά έτσι ώστε να είμαστε σίγουροι ότι θα φτάσουμε πάνω στο ποτάμι. Αυτές οι τεχνικές έχουν πολλές εφαρμογές στο ορεινό περιβάλλον αλλά για να είναι χρήσιμες θα πρέπει να είναι κοντά στον προορισμό μας και αρκετά πιο εύκολο να τους βρούμε και να τους αναγνωρίσουμε, από ότι ο ίδιος ο προορισμός από μόνος του.

Παράλληλα λάθη Ένα από τα πιο κοινά λάθη στον προσανατολισμό είναι να αναγνωρίσουμε εσφαλμένα ένα μορφολογικό χαρακτηριστικό, νομίζοντας ότι ήταν αυτό που είχαμε βάλει ως στόχο. Παρόμοια χαρακτηριστικά και ειδικότερα τα ισοϋψή (π.χ. διάσελα), είναι πολύ κοινά στο χάρτη και σε συνθήκες χαμηλής ορατότητας είναι εύκολο να τα μπερδέψουμε. Παράλληλα λάθη προκύπτουν από καταστάσεις όπως στο διπλανό σχήμα, όπου δύο ή περισσότερα παρόμοια χαρακτηριστικά (στην περίπτωση του σχήματος δύο διάσελα) κείτονται δίπλα και παράλληλα το ένα στο άλλο. Άπαξ και βρεθούμε στο διάσελο, είναι πολύ δύσκολο να πούμε σε πιο από τα δύο είμαστε και οι συνέπειες ενός λάθους μπορεί να είναι σοβαρές. Καλή επαφή με το χάρτη, ακριβής μέτρηση με την πυξίδα και πάνω από όλα επίγνωση της πιθανότητας του λάθους, επιβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε στο σωστό στόχο. Προσανατολισμός τη νύχτα ή με αντίξοες καιρικές συνθήκες Ο προσανατολισμός με άσχημες καιρικές συνθήκες δεν απαιτεί ειδικές τεχνικές, αλλά μεγαλύτερη εμπειρία και σιγουριά στην εφαρμογή των γνώσεων που ήδη έχουμε. Προσοχή σε κάποιες γενικές αρχές: – «Έσω Έτοιμος». Η διαδρομή μας δεν θα πρέπει να έχει μόνο τις πιθανές εναλλακτικές διαδρομές αλλά και να καταγράφει τις μετρήσεις πυξίδας μας (αζιμούθια), τις αποστάσεις και τον υπολογιζόμενο χρόνο για κάθε ξεχωριστό κομμάτι. – Προεργασία σε αυτό το στάδιο μπορεί να μας γλυτώσει από μελλοντικά προβλήματα.
Έλεγχος του εξοπλισμού μας ώστε να βεβαιωθούμε ότι όλα δουλεύουν καλά και είναι άμεσα προσβάσιμα. – Δεν ξεχνάμε τις εφεδρικές μπαταρίες για το φακό μας καθώς και μια θήκη για το χάρτη τον οποίο διπλώνουμε έτσι ώστε να φαίνεται η περιοχή της διαδρομής μας. Εναλλακτικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια διάφανη σακούλα τροφίμων (zip lock). – Αλλαγή της διαδρομής εάν οι συνθήκες το απαιτούν.

Τεχνικές οδηγίες – Κρατήστε το χάρτη συνεχώς προσανατολισμένο σωστά και έχετε υπόψη σας τις αλλαγές που συμβαίνουν στη διαδρομή σας, ειδικά τις αλλαγές που αφορούν τόσο την κλίση μιας πλαγιάς όσο και τον προσανατολισμό της. – Κρατήστε τα επιμέρους τμήματα της πορείας σας που ακολουθείτε με πυξίδα, όσο το δυνατό πιο μικρά πηγαίνοντας από ένα εύκολα αναγνωρίσιμο σημείο στο επόμενο, ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται παράκαμψη. – Ενεργήστε με ασφάλεια και εκμεταλλευτείτε όσο μπορείτε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του εδάφους.  – Συνεχής αναφορά στο χάρτη τη νύχτα. Η χρήση ισχυρού φακού μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την όραση σας. Χρησιμοποιείστε το φακό με φειδώ. Τα μάτια χρειάζονται σχεδόν μια ώρα για να προσαρμοστούν πλήρως στο σκοτάδι μετά από έκθεση τους σε δυνατό φως. Μέχρι ένα βαθμό μπορείτε να προστατέψετε τη νυχτερινή όραση του ενός ματιού, κρατώντας το κλειστό όταν χρησιμοποιείτε φακό. Ένα άλλο χρήσιμο τιπ είναι να χρησιμοποιείται ένα κόκκινο φίλτρο στο φακό ή στα γυαλιά σας. Το κόκκινο φως δεν επηρεάζει η νυχτερινή όραση (προσοχή! οι καφέ ισοϋψείς γραμμές τείνουν να εξαφανιστούν στο κόκκινο φως). Το φως από τον φακό κεφαλής που μπορεί να μας ρίξει κάποιος άλλος επηρεάσει επίσης την νυχτερινή όραση. Τοποθετήστε το φακό κεφαλής σας στην κατάλληλη γωνία ώστε να μην τυφλώνετε τους συντρόφους σας και αν χρειάζεται χρησιμοποιήστε μονωτική ταινία για να προσαρμόσετε την δέσμη του φωτός. – Στο χιονισμένο πεδίο επιλέξτε μια πορεία ασφαλή και μακριά από πιθανούς κινδύνους (κορνίζες, πορεία χιονοστιβάδων κλπ.). Σε συνθήκες “white out” είναι σχεδόν αδύνατο να εκτιμήσουμε την κλίμακα, την απόσταση και την κλίση της πλαγιάς. Τότε μπορούμε να σχηματίσουμε μια χιονόμπαλα και να την πετάξουμε μπροστά. Αυτό ίσως δώσει στο μάτι σας ένα σημείο αναφοράς, αποκαλύπτοντας την επιφάνεια του χιονιού. – Εκμεταλλευθείτε κάθε άνοιγμα του καιρού ή οποιαδήποτε βελτίωση της ορατότητας, για να τσεκάρετε την θέση σας και να πάρετε μια ένδειξη με την πυξίδα, κατά μήκος της διαδρομής σας.

Αλτίμετρο Η ατμοσφαιρική πίεση ελαττώνεται όσο ανεβαίνουμε σε υψόμετρο, κατά περίπου 10mb για κάθε 100m υψομετρικής διαφοράς πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Έτσι κάθε τιμή ατμοσφαιρικής πίεσης σε ένα δεδομένο σημείο, αντιστοιχεί σε κάποιο υψόμετρο. Τα αλτίμετρα παρέχουν ένδειξη υψομέτρου πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, μετρώντας την πίεση του αέρα. Η γνώση του υψομέτρου, βοηθά στον εντοπισμό της θέσης μας όταν δεν υπάρχουν αναγνωρίσιμα σημεία στο περιβάλλον. Πάρετε για παράδειγμα μια περίπλοκη κατάβαση σε πυκνή ομίχλη κατεβαίνοντας μια κόψη (βλ. σχήμα), με μεγάλη ποικιλομορφία χαρακτηριστικών, που είναι τόσο μικρή σε κλίμακα ώστε δεν φαίνεται στον χάρτη 1: 50.000. Σε κάποιο σημείο πρέπει να στρίψουμε ανατολικά σε μια δευτερεύουσα κόψη, αλλά η διασταύρωση δεν είναι καθόλου εμφανής. Προχωρώντας όλο ευθεία θα κρατηθούμε πάνω στην κόψη, αλλά χωρίς κάποιο οπτικό σημείο αναφοράς είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβουμε πότε θα φτάσουμε στη διασταύρωση. Σε αυτή την περίπτωση το αλτίμετρο μας δίνει το υψόμετρο στο οποίο πρέπει να στρίψουμε και το οποίο υπολογίζουμε από τις ισοϋψείς του χάρτη (725m). Δυστυχώς το αλτίμετρο δε μπορεί να ξεχωρίσει ανάμεσα σε αλλαγές πίεσης που προκαλούνται από αλλαγή στο υψόμετρο και σε αυτές που προκαλούνται από αλλαγή του καιρού. Σε περίοδο ταχέως μεταβαλλόμενου καιρού, η ατμοσφαιρική πίεση μπορεί να αλλάζει μέχρι και 4mb σε μια ώρα. Αυτό αντιστοιχεί σε υψομετρική διαφορά 40m, οπότε έχουμε σημαντικό σφάλμα. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να αναπροσαρμόζουμε το αλτίμετρο μας κατά τη διάρκεια της ημέρας, σε τριγωνομετρικά σημεία ή κορυφές όπου το υψόμετρο είναι γνωστό. Αυτό «κρατάει» το αλτίμετρο μας ενήμερο για τις αλλαγές πίεσης που οφείλονται στον καιρό.

Global Positioning System (GPS) Το GPS είναι ένα σύστημα πλοήγησης που βασίζεται σε σήματα που εκπέμπονται από ένα δίκτυο δορυφόρων, οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τη γη. Η μετάδοση από κάθε δορυφόρο πληροφοριών για την ακριβή ώρα και θέση του, επιτρέπει σε έναν κατάλληλο δέκτη (συσκευή GPS), να υπολογίσει με τριγωνισμό τη δική του θέση, η οποία εμφανίζεται στην οθόνη του εκφρασμένη σε συντεταγμένες ενός συγκεκριμένου γεωδαιτικού συστήματος αναφοράς, του WGS 84 που είναι το σύστημα αναφοράς των δορυφόρων. Το δίκτυο δορυφόρων που αναγνωρίζουν οι συσκευές του εμπορίου λέγεται NAVSTAR και έχει τεθεί σε τροχιά από τις Υπηρεσίες Άμυνας των ΗΠΑ. Το εν χρήσει GPS δίκτυο εκπέμπει σε δύο συχνότητες, από τις οποίες η μία χρησιμοποιείται μόνο για στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ η δεύτερη, που είναι ανοιχτή σε κοινή χρήση, παρέχει μειωμένη ακρίβεια. Χρήση GPS Για να είναι όσο το δυνατόν καλύτερη η λήψη του σήματος κρατάμε το δέκτη όρθιο, ώστε η κεραία να είναι εκτεθειμένη και κατακόρυφη. Στους δέκτες με επίπεδο άκρο, φροντίζουμε όλη η πάνω μεριά να είναι ελεύθερη και η συσκευή όρθια. Η καλύτερη θέση για ένα δέκτη όταν δεν μπορούμε να τον κρατάμε στο χέρι είναι στερεωμένος ψηλά στον ιμάντα του σακιδίου, στο ύψος της κλείδας. Κυκλοφορούν και δέκτες με εξωτερική κεραία την οποία μπορούμε να στερεώσουμε στο σακίδιο. Προσδιορισμός θέσης με GPS : Στο φυσικό περιβάλλον μπορούμε να γνωρίζουμε ανά πάσα στιγμή τη θέση που βρισκόμαστε, αρκεί να αντιστοιχίσουμε την πληροφορία εντοπισμού που μας δίνει το GPS, με ένα χάρτη που είναι συμβατός με GPS: Μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία λήψης και επεξεργασίας του σήματος στο δέκτη μας, αναγράφεται στην οθόνη ένα ζεύγος τιμών (μοίρες/πρώτα/δεύτερα). Είναι οι γεωγραφικές συντεταγμένες της θέσης μας, που προσδιορίζουν το σημείο που βρισκόμαστε πάνω σε μια θεωρητική καμπύλη επιφάνεια που λέγεται ελλειψοειδές. Οι συντεταγμένες αυτές όπως και οποιεσδήποτε συντεταγμένες, είναι συναρτημένες με ένα συγκεκριμένο σύστημα αναφοράς, που στην περίπτωση του GPS είναι το WGS84. Οι τιμές αυτές δεν μπορούν να μεταφερθούν άμεσα σε ένα χάρτη, παρά μόνο αν διαθέτουμε χάρτη πάνω στον οποίο έχει ήδη προβληθεί ένα πλέγμα συντεταγμένων του WGS84 (σταυροί ανά ένα πρώτο λεπτό της μοίρας). Για να εντοπίσουμε τη θέση μας σε ένα χάρτη με βάση τις τιμές που μας δίνει το GPS, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε μια μαθηματική διεργασία, που λέγεται προβολή με βάση την οποία έχει κατασκευαστεί και ο ίδιος ο χάρτης. Ευτυχώς, μπορούμε να ζητήσουμε από το GPS να μας δώσει κατευθείαν προβολικές συντεταγμένες στο σύστημα του χάρτη μας. Έτσι αν ρυθμίσουμε το GPS μας στο ΕΓΣΑ87, μπορούμε να μεταφέρουμε τις συντεταγμένες άμεσα, μεταφέροντας την απόσταση από την πλησιέστερη ακέραιη τιμή του οριζόντιου και του κατακόρυφου άξονα. Μπορεί λοιπόν οι γεωγραφικές συντεταγμένες να είναι πιο γνωστές, οι προβολικές όμως είναι πολύ πιο εύχρηστες. Μην δοκιμάσετε να μεταφέρετε εντοπισμούς από το GPS σας, σε χάρτες που δεν είναι κατασκευασμένοι με ειδικό λογισμικό χαρτογραφίας και δεν έχουν προβολικές συντεταγμένες. Δεν υπάρχει τρόπος να είναι ακριβείς, καθότι όλα τα δεδομένα τους έχουν τοποθετηθεί «με το μάτι». Μέχρι στιγμής στη χώρα μας, αυτό είναι δυνατό να γίνει μόνο στους χάρτες που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Ανάβαση». Καταγραφή διαδρομής στο GPS. Η διαδικασία εισαγωγής ενός σημειακού (waypoint) στο GPS είναι απλή. Με το δέκτη ανοικτό θα χρειαστεί συνήθως να πατήσουμε ένα κουμπί κι άλλο ένα για να το υποθηκεύσουμε στη μνήμη. Σε αρκετά μοντέλα υπάρχει επίσης η δυνατότητα, να καταχωρηθεί ένα πληροφοριακό κείμενο για το σημείο αυτό (από 20-50 χαρακτήρες). Ένα σημείο που έχει αποθηκευτεί στο δέκτη μας θα παραμείνει εκεί μέχρι να το σβήσουμε ενεργητικά από τη μνήμη (δεν χάνεται με το κλείσιμο της συσκευής). Αυτό που πρέπει να προσέχουμε όταν καταχωρούμε σημεία είναι να έχει καλή λήψη ο δέκτης και να έχουμε ήδη σταθεί 1-2 λεπτά στο σημείο που θέλουμε να μαρκάρουμε. Τα σημεία ή την πορεία που καταγράφουμε σε μια ανάβαση, μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε κατά την επιστροφή μας ή σε κάποια μελλοντική εξόρμηση. Στη δεύτερη περίπτωση, τα δεδομένα αυτά μπορούν να παραμείνουν μέσα στη συσκευή όσο υπάρχει ακόμα διαθέσιμος χώρος στη μνήμη, που στις περισσότερες συσκευές είναι μάλλον μικρός (500 σημεία και πορεία 4-5 ωρών). Μπορούμε όμως και να τα μεταφέρουμε σε Η/Υ, εξοπλισμένο με το κατάλληλο λογισμικό και να δημιουργήσουμε ένα προσωπικό αρχείο, το οποίο θα είναι διαθέσιμο για μελλοντική χρήση. Σχεδιασμός πορείας με ψηφιακά μέσα Για έναν ορειβάτη που έχει κάποια εξοικείωση με τον ψηφιακό κόσμο, η τετράδα: GPS, υπολογιστής, χαρτογραφικό λογισμικό και ψηφιακός χάρτης, συνθέτει τον ιδανικό εξοπλισμό για να σχεδιάσει την πορεία του επί της οθόνης με τη βοήθεια του ψηφιακού χάρτη, να την μεταφέρει στο GPS και να την παρακολουθεί καθώς την πραγματοποιεί στο πεδίο, στην οθόνη του GPS. Μπορεί και αντίστροφα να μεταφέρει τις πορείες ή τα σημεία που κατέγραψε στη διάρκεια μιας εκδρομής, στον υπολογιστή του και να τα δει πάνω στον ψηφιακό χάρτη. Ψηφιακοί χάρτες καθώς και χαρτογραφικό λογισμικό κατάλληλο για τον ψηφιακό σχεδιασμό της διαδρομής μας, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Ανάβαση» (χάρτες TopoMaps & λογισμικό TopoView).